Θυμάμαι ότι στην Α' Γυμνασίου μας είχε βάλει η καθηγήτρια των Αγγλικών να γράψουμε ένα γράμμα και να το στείλουμε στον εαυτό μας για να το παραλάβουμε 6 χρόνια αργότερα. Πήρα ένα χαρτί και άρχισα να γράφω για την κοπελίτσα που μου είχε πάρει την αμούστακη καρδιά, μερικές από τις ασχολίες μου, την αγαπημένη μου μουσική και έβαλα και μια δισκέτα 5,25" σε περίπτωση που είχαν εξαφανιστεί από τον πλανήτη μέχρι τότε. Στην πορεία ξέχασα ότι υπήρχε αυτό το γράμμα καν, μέχρι που μου ήρθε μια μέρα στο σπίτι και πέρασα ένα υπέροχο απόγευμα γελώντας με τα χάλια μου.
Διαβάζοντας λοιπόν τα [νέα] στο BBC είδα ότι οι φίλοι μας οι Ρώσοι έβαλαν στον πάτο της θάλασσας στον Βόρειο Πόλο μια [σημαία] τους από τιτάνιο. Οι Καναδοί βγήκαν και δήλωσαν ότι "δεν είμαστε στον 15ο αιώνα να πας να βάλεις μια σημαία κάπου και να πεις αυτό είναι δικό μου." Τώρα το κάνεις κατεδαφίζοντας αγάλματα ή βάζοντας μερικά μαχητικά να πετούν πάνω από βραχονησίδες. Αλλά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι ήταν μια [κάψουλα] (η μετάφραση είναι τελείως Borat) που έβαλαν οι Ρώσοι το οποίο περιείχε ένα μήνυμα προς το μέλλον, μια σημαία του κόμματος "Ενωμένη Ρωσία" του Βλαδίμηρου και μια [σημαία] της [Αμπκαζίας], σύμβολο του Ρωσόφιλου κινήματος που θέλει να αποσχίσει μια περιοχή από την πολύπαθη Γεωργία.
Έτσι λοιπόν στα 4261 μέτρα βάθος αυτή τη στιγμή υπάρχει το μήνυμα των Ρώσων προς το μέλλον. Το περίεργο είναι ότι τις προηγούμενες φορές που έγινε κάτι τέτοιο το στείλαμε στο διάστημα. Το ονοματεπώνυμό μου είναι πάνω σε ένα διαστημόπλοιο που ταξιδεύει κάπου ανάμεσα στο πουθενά και το αντίο. [Δυο πλακέτες] που λένε σε όλους ότι είμαστε ανθρώπινοι φίλοι τους και τους δείχνουν με τι μοιάζουμε είναι ήδη εκτός ηλιακού συστήματος.
Το 2009 λοιπόν κάτι Γάλλοι θα στείλουν στο διάστημα τον ΚΕΟ, έναν δορυφόρο που θα φέρει τα μηνύματά μας προς την ανθρωπότητα 50.000 χρόνια μετά. Άνοιξα το [site] τους να γράψω και εγώ ένα πεφωτισμένο μήνυμα. Και κόλλησα - τι τους λες;
Ο πλανήτης μας καταστράφηκε ή ακόμα; Αν το διαβάζετε αυτό να ξέρετε ότι κάναμε ότι μπορούσαμε... not!
Παιδιά, [μακάρι] να [μπορούσα] να [κάνω] [attach] για να σας [δείξω] τις [γκομενάρες] που [είχαμε] [εδώ] στο 2007... ή γίνατε όλοι [λούγκρες];
Γεια χαρά, με λένε Μάνο και θα ήθελα να σας πω ότι χαίρομαι πολύ που διαβάσατε το μήνυμά μου!
Μετά βέβαια σκεφτόμουν σε ποιά γλώσσα έχει νόημα να το στείλω. Θα ξέρουν Αγγλικά το 52009; Μήπως επαληθευτεί ο Προφήτης και οι γέροντες και τα Ελληνικά αποτελούν την παγκόσμια γλώσσα (η Κωνσταντινούπολη θα είναι η έδρα του Ελληνικού Κοινοβουλίου, μετεξέλιξης του ΟΗΕ και το Κεμπέκ δεν θα έχει πια προβλήματα ταυτότητας επειδή θα είναι η Νομαρχία των Δυτικών Λιοσίων;) Μήπως θα μας φάνε όλους λάχανο οι Κινέζοι;
Το [site] σου δίνει 6000 λέξεις για να γράψεις το μήνυμά σου και ισχυρίζεται ότι όλα τα μηνύματα θα συμπεριληφθούν στον δορυφόρο. Πόσοι ηλίθοι θα στείλανε ότι αγαπάνε την κοπέλα τους που παίζει να χωρίσουν 49999 χρόνια πριν φτάσει το μήνυμα. Άλλοι τόσοι θα στείλανε και κανά fuck you, έτσι για να γουστάρουμε (όχι τίποτα άλλο, λένε ότι δεν υπάρχει και λογοκρισία...)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σκέψεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
11/8/07
16/2/07
Φιλοσοφία και άλλες κουταμάρες
Ενώ η μισή Αθήνα γιόρταζε σε ακριβά εστιατόρια την γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου και η άλλη μισή ήταν ανάμεσα σε μπυραρίες με μπακουροπαρέες ή τον καναπέ βλέποντας τη ζωντανή απόδειξη ότι αυτή οι μεγάλες μας ομάδες δικαιούνται να παίζουν άλλον έναν μήνα στην Ευρώπη (τον Ιούλιο), εγώ βρέθηκα σε ένα καφέ του κέντρου όπου έπρεπε να μιλήσω για το αν υπάρχουν όρια στο κατά πόσο ο καλλιτέχνης πρέπει να λογοκριθεί.
Πριν ξεκινήσει η σεμνή τελετή έπεσα και πάνω σε γνωστότατο καθηγητή της Φιλοσοφικής ο οποίος αναγκάστηκε να μετατρέψει την καφετέρια σε αίθουσα εξετάσεων για τους μεταπτυχιακούς του φοιτητές. Και χτες το βράδυ καθηγήτρια της ίδιας σχολής μου έλεγε ότι δεν την αφήνουν να πάει στο γραφείο της. Φέυγοντας δε από εκεί, διαπίστωσα ότι στο Πολυτεχνείο η κατάληψη έχει περάσει στο στάδιο της υποστήριξης πανανθρώπινων αξιών όπως η νομιμοποίηση όλων των μεταναστών (όταν έρθει κανένα καραβάνι με μηχανικούς από την Ινδία, τότε να σας δω όλους – εδώ δεν θέλετε να νομιμοποιηθούν οι πτυχιούχοι Έλληνες...)
Στην συζήτηση λοιπόν που ακολούθησε της σύντομης παρέμβασής μου διαπίστωσα ότι αρκετοί νεοέλληνες φιλόσοφοι (κατά πτυχίο) βρίσκονται κάπου ανάμεσα στο πουθενά και το αντίο, όπως θα έλεγε και ο Κλιντ. Ντροπή θα μου πείτε, επιστήμονες άνθρωποι και τα λοιπά. Πρώτα απ’όλα, το γεγονός ότι μέμφονται όποιον δεν αναζητάει τη μία και μοναδική αλήθεια και περιορίζεται στο να πείσει τους ανθρώπους. Μα με αυτούς ζεις, αυτοί πρέπει να συμφωνούν μαζί σου για να πας μπροστά. Όχι. Το τραπέζι μπροστά σου δεν είναι τραπέζι, είναι μια ιδέα. Και το κεφάλι τους επίσης. Αν το τραπέζι όμως έρθει με δύναμη πάνω στο κεφάλι, στο χωριό μου αυτή η μάχη των ιδεών οδηγάει σε καρούμπαλο.
Ατάκες του τύπου «ο Καντ όρισε την τέχνη ως κάτι που δεν έχει κανέναν απολύτως σκοπό.» Ο Σόλιντ πρέπει να είναι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης που ανέδειξε ποτέ το Βέλγιο, εκτός αν βρήκε κάποιος σκοπό στο σύστημα του Ολυμπιακού φέτος στην Ευρώπη. Βέβαια, από χθες προσπαθώ να σκεφτώ έστω και ένα άσκοπο κομμάτι τέχνης. Ίσως το έργο της Κικής Δημουλά. Ή αυτό το blog. Ναι, είμαι καλλιτέχνης. Σύμφωνα λοιπόν με τον άνθρωπο που προέβη στην δήλωση αυτή, η συζήτηση ήταν άσκοπη επειδή δεν προσδιορίσαμε την τέχνη κατά Καντ. Όπως προφανώς κάνει και όλος ο υπόλοιπος κόσμος εκτός από εμένα τον αδαή που έμαθα ότι τέχνη είναι από το έργο «Πήδημα» στο μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Κηφισιά (ένα Lada διαλυμένο που αιωρείται) μέχρι την Καπέλα Σιστίνα στο Βατικανό.
Το σοκ όμως δεν ήταν εκεί. Ούτε καν στον τύπο που άρχισε την φιλοσοφική ανάλυση του τι είναι παιχνίδι. Το σοκ ήρθε όταν ένας σεβάσμιος κύριος ανήγγειλε με πάθος ότι το Ισλάμ έχει ως μέσο του την βία και ότι τον προσβάλλει μόνο και μόνο η ύπαρξη της θρησκείας. Κοίταζα με αγωνία τους υπόλοιπους. Κανείς δεν διαφώνησε, έστω και χλιαρά, με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ούτε και εγώ – παραήμουν αποσβολωμένος για την περίσταση.
Έχοντας διασφαλίσει μέσα στο μυαλό μου την εξαφάνιση της πιθανότητας να γίνω ποτέ φιλόσοφος, σκεφτόμουν την ατάκα που χρησιμοποίησα στην αρχή. Φιλόσοφος είναι αυτός που θέτει το προφανές σε όρους του δυσνόητου. Η φράση ειπώθηκε για τους οικονομολόγους αλλά δεν είναι κατ’ανάγκη προφανή αυτά που λένε – απλά η επιστήμη τους βασίζεται στην μεγάλη παράγραφο που προηγείται κάθε έρευνας και αναφέρει τη λέξη «έστω» ακολουθούμενη από μια σειρά από πράγματα που δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ (π.χ., να κλείσεις την αγορά μέσα σε μια γυάλα και να μην βρέξει, να μην αρρωστήσει κανένας εργαζόμενος, να μην κάνουν μια πορεία οι φοιτητές στην Κατεχάκη και να μην πέσει η ιδέα ενός τραπεζιού πάνω στην ιδέα του κεφαλιού σου.)
Αυτή η μεγάλη αλήθεια που ψάχνουν δεν θα βρεθεί ποτέ. Γιατί οι περισσότεροι δεν πολυασχολούνται με το να εφαρμόσουν τη σκέψη τους, ποιοτική ή μη, σε όρους της πραγματικότητας. Αν είπε ο Καντ μια πατάτα προ αιώνων, δεν πάει να πει ότι είναι και σωστή. Αν οι φιλόσοφοι δεν ασχοληθούν με το πώς η σκέψη τους μπορεί να κάνει καλύτερη την καθημερινότητα τότε δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παρέα αρχαιολάγνων που δεν έχουν επαφή με τον έξω κόσμο. Γι’αυτό παραδέχομαι τον Πελεγρίνη και τα «Σφηνάκια» του.
Δεν εξηγείται αλλιώς η μομφή στην συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης στο παραπάνω θέμα. Δεν εξέτασα, λέει, την τέχνη ως τέχνη. Η οποία ήταν για άλλους αυτό που είπε ο Καντ, για κάποιους άλλους ήταν το διαχρονικό. Δεν χρειάζεται ο Νταλί για να βρεις ψωμί για συζήτηση, ένας Δανός που έχω ξεχάσει ήδη το όνομά του κατάφερε να κάψει μια ντουζίνα πρεσβείες. Ο Τζίμης Πανούσης έχει ένα αφοσιωμένο κοινό θρησκόληπτων κάθε σεζόν έξω από το μαγαζί του με πλακάτ. Ο Μίμης Ανδρουλάκης ζέστανε τους άπορους της Θεσσαλονίκης με τα φλεγόμενα βιβλία του. Κανείς από τους τρεις (με εξαίρεση ίσως τον Πανούση) δεν θα περάσει στη σφαίρα του διαχρονικού. Οι τάξεις του 2307 δύσκολα θα αναφέρονται σε όλους αυτούς που σήμερα, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των μηνυμάτων (ωχ, κόλλησα) βρίσκονται από τη μία στιγμή στην άλλη στο επίκεντρο ενός ολόκληρου πλανήτη.
Αλλά και πάλι. Ούτε καν ο Ντα Βίντσι μπορεί να θεωρηθεί καλλιτέχνης – πληρωνόταν για αυτό που έκανε. Ά ρε Καντ, νόμιζα ότι η χειρότερη γκάφα σου ήταν το πάθος σου για την θανατική ποινή. Και το όνομά σου που με έκανε πάντα να γελάω όταν το άκουγα στα Αγγλικά, όταν προσέθετα νοερά το that μπροστά στο επίθετό σου...
Υ.Γ. Έχει και πολύ γέλιο όταν μιλάνε για την εκκλησία. «Κάθε Χριστιανός θα προσβαλλόταν αν του έλεγες ότι 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν συμφωνούν ότι ο Χριστός ήταν Θεός.» Λες και εσύ που το παίζεις υπεράνω θρησκειών δεν θα φωνάξεις «Παναγία μου» όταν βρεθεί κάποιος με ένα πιστόλι (συγνώμη, την ιδέα του) στον κρόταφό σου. Λες και εγώ που πέφτω μέσα στον ορισμό του Χριστιανού με την γενικότερη ιδέα θα πάρω τα όπλα επειδή μου είπες ότι υπάρχουν μουσουλμάνοι. Η μάνα μου ήδη ετοιμάζει την αυτοκτονία της επειδή έκανα το τραγικό λάθος να της πω τι σήμαινε αυτό το σύμβολο στη σημαία του Ισραήλ...
Πριν ξεκινήσει η σεμνή τελετή έπεσα και πάνω σε γνωστότατο καθηγητή της Φιλοσοφικής ο οποίος αναγκάστηκε να μετατρέψει την καφετέρια σε αίθουσα εξετάσεων για τους μεταπτυχιακούς του φοιτητές. Και χτες το βράδυ καθηγήτρια της ίδιας σχολής μου έλεγε ότι δεν την αφήνουν να πάει στο γραφείο της. Φέυγοντας δε από εκεί, διαπίστωσα ότι στο Πολυτεχνείο η κατάληψη έχει περάσει στο στάδιο της υποστήριξης πανανθρώπινων αξιών όπως η νομιμοποίηση όλων των μεταναστών (όταν έρθει κανένα καραβάνι με μηχανικούς από την Ινδία, τότε να σας δω όλους – εδώ δεν θέλετε να νομιμοποιηθούν οι πτυχιούχοι Έλληνες...)
Στην συζήτηση λοιπόν που ακολούθησε της σύντομης παρέμβασής μου διαπίστωσα ότι αρκετοί νεοέλληνες φιλόσοφοι (κατά πτυχίο) βρίσκονται κάπου ανάμεσα στο πουθενά και το αντίο, όπως θα έλεγε και ο Κλιντ. Ντροπή θα μου πείτε, επιστήμονες άνθρωποι και τα λοιπά. Πρώτα απ’όλα, το γεγονός ότι μέμφονται όποιον δεν αναζητάει τη μία και μοναδική αλήθεια και περιορίζεται στο να πείσει τους ανθρώπους. Μα με αυτούς ζεις, αυτοί πρέπει να συμφωνούν μαζί σου για να πας μπροστά. Όχι. Το τραπέζι μπροστά σου δεν είναι τραπέζι, είναι μια ιδέα. Και το κεφάλι τους επίσης. Αν το τραπέζι όμως έρθει με δύναμη πάνω στο κεφάλι, στο χωριό μου αυτή η μάχη των ιδεών οδηγάει σε καρούμπαλο.
Ατάκες του τύπου «ο Καντ όρισε την τέχνη ως κάτι που δεν έχει κανέναν απολύτως σκοπό.» Ο Σόλιντ πρέπει να είναι ο μεγαλύτερος καλλιτέχνης που ανέδειξε ποτέ το Βέλγιο, εκτός αν βρήκε κάποιος σκοπό στο σύστημα του Ολυμπιακού φέτος στην Ευρώπη. Βέβαια, από χθες προσπαθώ να σκεφτώ έστω και ένα άσκοπο κομμάτι τέχνης. Ίσως το έργο της Κικής Δημουλά. Ή αυτό το blog. Ναι, είμαι καλλιτέχνης. Σύμφωνα λοιπόν με τον άνθρωπο που προέβη στην δήλωση αυτή, η συζήτηση ήταν άσκοπη επειδή δεν προσδιορίσαμε την τέχνη κατά Καντ. Όπως προφανώς κάνει και όλος ο υπόλοιπος κόσμος εκτός από εμένα τον αδαή που έμαθα ότι τέχνη είναι από το έργο «Πήδημα» στο μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Κηφισιά (ένα Lada διαλυμένο που αιωρείται) μέχρι την Καπέλα Σιστίνα στο Βατικανό.
Το σοκ όμως δεν ήταν εκεί. Ούτε καν στον τύπο που άρχισε την φιλοσοφική ανάλυση του τι είναι παιχνίδι. Το σοκ ήρθε όταν ένας σεβάσμιος κύριος ανήγγειλε με πάθος ότι το Ισλάμ έχει ως μέσο του την βία και ότι τον προσβάλλει μόνο και μόνο η ύπαρξη της θρησκείας. Κοίταζα με αγωνία τους υπόλοιπους. Κανείς δεν διαφώνησε, έστω και χλιαρά, με τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ούτε και εγώ – παραήμουν αποσβολωμένος για την περίσταση.
Έχοντας διασφαλίσει μέσα στο μυαλό μου την εξαφάνιση της πιθανότητας να γίνω ποτέ φιλόσοφος, σκεφτόμουν την ατάκα που χρησιμοποίησα στην αρχή. Φιλόσοφος είναι αυτός που θέτει το προφανές σε όρους του δυσνόητου. Η φράση ειπώθηκε για τους οικονομολόγους αλλά δεν είναι κατ’ανάγκη προφανή αυτά που λένε – απλά η επιστήμη τους βασίζεται στην μεγάλη παράγραφο που προηγείται κάθε έρευνας και αναφέρει τη λέξη «έστω» ακολουθούμενη από μια σειρά από πράγματα που δεν πρόκειται να συμβούν ποτέ (π.χ., να κλείσεις την αγορά μέσα σε μια γυάλα και να μην βρέξει, να μην αρρωστήσει κανένας εργαζόμενος, να μην κάνουν μια πορεία οι φοιτητές στην Κατεχάκη και να μην πέσει η ιδέα ενός τραπεζιού πάνω στην ιδέα του κεφαλιού σου.)
Αυτή η μεγάλη αλήθεια που ψάχνουν δεν θα βρεθεί ποτέ. Γιατί οι περισσότεροι δεν πολυασχολούνται με το να εφαρμόσουν τη σκέψη τους, ποιοτική ή μη, σε όρους της πραγματικότητας. Αν είπε ο Καντ μια πατάτα προ αιώνων, δεν πάει να πει ότι είναι και σωστή. Αν οι φιλόσοφοι δεν ασχοληθούν με το πώς η σκέψη τους μπορεί να κάνει καλύτερη την καθημερινότητα τότε δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια παρέα αρχαιολάγνων που δεν έχουν επαφή με τον έξω κόσμο. Γι’αυτό παραδέχομαι τον Πελεγρίνη και τα «Σφηνάκια» του.
Δεν εξηγείται αλλιώς η μομφή στην συζήτηση για την ελευθερία της έκφρασης στο παραπάνω θέμα. Δεν εξέτασα, λέει, την τέχνη ως τέχνη. Η οποία ήταν για άλλους αυτό που είπε ο Καντ, για κάποιους άλλους ήταν το διαχρονικό. Δεν χρειάζεται ο Νταλί για να βρεις ψωμί για συζήτηση, ένας Δανός που έχω ξεχάσει ήδη το όνομά του κατάφερε να κάψει μια ντουζίνα πρεσβείες. Ο Τζίμης Πανούσης έχει ένα αφοσιωμένο κοινό θρησκόληπτων κάθε σεζόν έξω από το μαγαζί του με πλακάτ. Ο Μίμης Ανδρουλάκης ζέστανε τους άπορους της Θεσσαλονίκης με τα φλεγόμενα βιβλία του. Κανείς από τους τρεις (με εξαίρεση ίσως τον Πανούση) δεν θα περάσει στη σφαίρα του διαχρονικού. Οι τάξεις του 2307 δύσκολα θα αναφέρονται σε όλους αυτούς που σήμερα, λόγω της αυξημένης κινητικότητας των μηνυμάτων (ωχ, κόλλησα) βρίσκονται από τη μία στιγμή στην άλλη στο επίκεντρο ενός ολόκληρου πλανήτη.
Αλλά και πάλι. Ούτε καν ο Ντα Βίντσι μπορεί να θεωρηθεί καλλιτέχνης – πληρωνόταν για αυτό που έκανε. Ά ρε Καντ, νόμιζα ότι η χειρότερη γκάφα σου ήταν το πάθος σου για την θανατική ποινή. Και το όνομά σου που με έκανε πάντα να γελάω όταν το άκουγα στα Αγγλικά, όταν προσέθετα νοερά το that μπροστά στο επίθετό σου...
Υ.Γ. Έχει και πολύ γέλιο όταν μιλάνε για την εκκλησία. «Κάθε Χριστιανός θα προσβαλλόταν αν του έλεγες ότι 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν συμφωνούν ότι ο Χριστός ήταν Θεός.» Λες και εσύ που το παίζεις υπεράνω θρησκειών δεν θα φωνάξεις «Παναγία μου» όταν βρεθεί κάποιος με ένα πιστόλι (συγνώμη, την ιδέα του) στον κρόταφό σου. Λες και εγώ που πέφτω μέσα στον ορισμό του Χριστιανού με την γενικότερη ιδέα θα πάρω τα όπλα επειδή μου είπες ότι υπάρχουν μουσουλμάνοι. Η μάνα μου ήδη ετοιμάζει την αυτοκτονία της επειδή έκανα το τραγικό λάθος να της πω τι σήμαινε αυτό το σύμβολο στη σημαία του Ισραήλ...
3/1/07
2006 Exodus
Φεύγοντας από το σπίτι του Κυριάκου είχα κάνει το τελευταίο post του 2006. Βγήκα στον δρόμο, άναψα ένα τσιγάρο και κατέβαινα προς τη στάση για να πάρω το διάσημο Β5 να πάω να περάσω το οικογενειακό δίωρο της αλλαγής του χρόνου, να φάω τη βασιλόπιτά μου και να φύγω για τον καθιερωμένο εορτασμό. Όμως είχα ξεχάσει εκείνη την γαϊδουροφωνάρα του 185, που μου είπε "πήγαινε λίγο νωρίτερα". Ή μάλλον είχα κάνει ένα τραγικό λάθος κατά τον ορισμό του "λίγο".
Φτάνοντας 15 λεπτά νωρίτερα από τη στιγμή που υποτίθεται ότι θα έφτανε το λεωφορείο αν έφευγε 10 η ώρα από την αφετηρία του βρήκα ένα πλήθος ανθρώπων να περιμένουν ένα από τα μπλε θαύματα της καθημερινότητας που σε πάνε σπίτι σου. Τζίφος. Και από ταξί, άλλο τίποτα. Μόνο που ήταν όλα γεμάτα και κανένα δεν πήγαινε προς το σπίτι μου. Λες και μένω στα Καλύβια να πούμε.
Έρχεται σε κάποια φάση μια γριά. "Τζίμη;" (ή κάτι τέτοιο). Δεν απαντάω, δεν γυρνάω καν βασικά, δεν με λένε Τζίμη. "Τζίμη! Τζίμη!" Γυρνάω και την κοιτάω. "Δεν σε λένε Τζίμη;" με ρωτάει μέσα στην περιέργεια. Κουνάω το κεφάλι μου γεμάτος άρνηση. Δεν με λένε Τζίμη κυρία μου. Αυτή απτόητη. "Δεν είσαι διάκονος;"
Σοκ εγώ. Και πάει στο διάολο όταν είμαι ακούρευτος και αξύριστος. Εκείνη την ημέρα απέπνεα πολιτισμό. Κοντό μαλλί και φρεσκοξυρισμένο μούσι. "Όχι, δεν είμαι διάκονος." "Σίγουρα δεν είσαι σε μια εκκλησία; Διάκονος; Ιεραπόστολος;" Έ ρε γλέντια πρωτοχρονιάτικα. "Όχι, δεν είμαι διάκονος κυρία μου" της είπα με την υπομονή μου να τελειώνει. "Α, γιατί ήταν ένα παιδί στο Θησείο που σου έμοιαζε! Καλή χρονιά!" μου είπε και έφυγε πεζή από την δεξιά λωρίδα της Αλεξάνδρας φλερτάροντας με το να την κάνει κιμά ένα από τα πολλά (γεμάτα, που δεν πήγαιναν σπίτι μου) ταξί.
Συνέχισα να περιμένω το λεωφορείο. Ρωτάω έναν not-that-straight τύπο που περίμενε πριν από εμένα αν είδε το Β5. Μόνο που δεν έσκασε στα γέλια. Και έτσι πήρα τα πόδια μου να πάω προς το μετρό των Αμπελοκήπων. Στο πρώτο φανάρι πέρασε μια κουστωδία 4 ασφαλίτικων και δύο λιμουζίνων με έναν ικανό αριθμό μηχανόβιων αστυνομικών γύρω τους. Ζήλεψα. Θα γίνω πρωθυπουργός.
Πήρα το μετρό (που είχε δρομολόγια άνα 10 λεπτά - respect) και φτάνοντας στην Εθνική Άμυνα βρήκα κόσμο να περιμένει ταξί. Η ευγένεια όμως δεν έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου να τους παρακάμψω όλους και να μπω στο πρώτο ταξί που ήρθε σαν κάτι άλλους που τους βρίζω μετά βγελδυμίας στους δρόμους της Αθήνας. Το πήρα και έφυγα.
Στον δρόμο το σταματάνε δύο dodgy (το λιγότερο) τύποι που πάνε Αγία Παρασκευή. Ο ταξιτζής, ο οποίος έμοιαζε με εβραίο ραβίννο, τους δέχτηκε. Ο ένας από τους δύο μπαίνει με το τσιγάρο αναμμένο και ρωτάει τον ταρίφα αν έχει πρόβλημα. Προφανώς και είχε. Ο τύπος λοιπόν παίρνει το τσιγάρο, το σβήνει πάνω στον αντίχειρά του και ζητάει συγγνώμη. Αφού τους κατεβάσαμε ο οδηγός γυρνάει και μου λέει "δεν είχα πρόβλημα αν ήταν κάποιος άνθρωπος σαν και εσένα, αλλά τους είδες πως ήτανε."
"Άνθρωπος σαν εμένα." Η φράση αντιλαλούσε μέχρι να φτάσω σπίτι μου.
Φτάνοντας 15 λεπτά νωρίτερα από τη στιγμή που υποτίθεται ότι θα έφτανε το λεωφορείο αν έφευγε 10 η ώρα από την αφετηρία του βρήκα ένα πλήθος ανθρώπων να περιμένουν ένα από τα μπλε θαύματα της καθημερινότητας που σε πάνε σπίτι σου. Τζίφος. Και από ταξί, άλλο τίποτα. Μόνο που ήταν όλα γεμάτα και κανένα δεν πήγαινε προς το σπίτι μου. Λες και μένω στα Καλύβια να πούμε.
Έρχεται σε κάποια φάση μια γριά. "Τζίμη;" (ή κάτι τέτοιο). Δεν απαντάω, δεν γυρνάω καν βασικά, δεν με λένε Τζίμη. "Τζίμη! Τζίμη!" Γυρνάω και την κοιτάω. "Δεν σε λένε Τζίμη;" με ρωτάει μέσα στην περιέργεια. Κουνάω το κεφάλι μου γεμάτος άρνηση. Δεν με λένε Τζίμη κυρία μου. Αυτή απτόητη. "Δεν είσαι διάκονος;"
Σοκ εγώ. Και πάει στο διάολο όταν είμαι ακούρευτος και αξύριστος. Εκείνη την ημέρα απέπνεα πολιτισμό. Κοντό μαλλί και φρεσκοξυρισμένο μούσι. "Όχι, δεν είμαι διάκονος." "Σίγουρα δεν είσαι σε μια εκκλησία; Διάκονος; Ιεραπόστολος;" Έ ρε γλέντια πρωτοχρονιάτικα. "Όχι, δεν είμαι διάκονος κυρία μου" της είπα με την υπομονή μου να τελειώνει. "Α, γιατί ήταν ένα παιδί στο Θησείο που σου έμοιαζε! Καλή χρονιά!" μου είπε και έφυγε πεζή από την δεξιά λωρίδα της Αλεξάνδρας φλερτάροντας με το να την κάνει κιμά ένα από τα πολλά (γεμάτα, που δεν πήγαιναν σπίτι μου) ταξί.
Συνέχισα να περιμένω το λεωφορείο. Ρωτάω έναν not-that-straight τύπο που περίμενε πριν από εμένα αν είδε το Β5. Μόνο που δεν έσκασε στα γέλια. Και έτσι πήρα τα πόδια μου να πάω προς το μετρό των Αμπελοκήπων. Στο πρώτο φανάρι πέρασε μια κουστωδία 4 ασφαλίτικων και δύο λιμουζίνων με έναν ικανό αριθμό μηχανόβιων αστυνομικών γύρω τους. Ζήλεψα. Θα γίνω πρωθυπουργός.
Πήρα το μετρό (που είχε δρομολόγια άνα 10 λεπτά - respect) και φτάνοντας στην Εθνική Άμυνα βρήκα κόσμο να περιμένει ταξί. Η ευγένεια όμως δεν έμελλε να παίξει σημαντικό ρόλο στην απόφασή μου να τους παρακάμψω όλους και να μπω στο πρώτο ταξί που ήρθε σαν κάτι άλλους που τους βρίζω μετά βγελδυμίας στους δρόμους της Αθήνας. Το πήρα και έφυγα.
Στον δρόμο το σταματάνε δύο dodgy (το λιγότερο) τύποι που πάνε Αγία Παρασκευή. Ο ταξιτζής, ο οποίος έμοιαζε με εβραίο ραβίννο, τους δέχτηκε. Ο ένας από τους δύο μπαίνει με το τσιγάρο αναμμένο και ρωτάει τον ταρίφα αν έχει πρόβλημα. Προφανώς και είχε. Ο τύπος λοιπόν παίρνει το τσιγάρο, το σβήνει πάνω στον αντίχειρά του και ζητάει συγγνώμη. Αφού τους κατεβάσαμε ο οδηγός γυρνάει και μου λέει "δεν είχα πρόβλημα αν ήταν κάποιος άνθρωπος σαν και εσένα, αλλά τους είδες πως ήτανε."
"Άνθρωπος σαν εμένα." Η φράση αντιλαλούσε μέχρι να φτάσω σπίτι μου.
31/12/06
2007 παρά δύο
Τελειώνει άλλος ένας χρόνος με τις κλασσικές ευχές για παγκόσμια ειρήνη στις δηλώσεις των πολιτικών και το "αγωνιστικό 2007" στις πινακίδες των ταξί που μας ανακοινώνουν το υποχρεωτικό δώρο του ενός ευρώ. Πολύ ψήνομαι να αγωνιστούμε ενάντια σε αυτό το δώρο. Αλλά δεν πειράζει, εδώ άλλοι κι άλλοι μας χρεώνουν 10% παραπάνω για το δώρο (8% πάνε στον εργαζόμενο) ή 50 ευρώ προκαταβολή για να στριμωχτείς σε ένα από τα γνωστά χαμετυπεία του κέντρου των Αθηνών.
Επί του παρόντος βρίσκομαι γεωγραφικά στην φημισμένη συνοικεία του Γκύζη. Το 185 μου απάντησε ότι όλα τα τελευταία δρομολόγια είναι 10 η ώρα. "Άρα, 10 η ώρα φεύγει από Σταθμό Λαρίσης." Σιωπή το 185. "Λέω, 10 η ώρα φεύγει έτσι;" Η απάντηση αφοπλιστική: "έ, πηγαίνετε λίγο νωρίτερα..."
Που να έρθει η ώρα που θα μπορείς να κάνεις αλλαγή του χρόνου στο Χ15 Σύνταγμα - Αγία Παρασκευή - Λούτσα, αγκαζέ με τον λεωφορειατζή.
Μια που το έπιασα το θέμα, μέσα σε μια βδομάδα πέτυχα οδηγό λεωφορείου και μηχανοδηγό προαστειακού να καπνίζουν εν ώρα δρομολογίου. Θεοί. Και εγώ θυμάμαι ένα τσιγάρο που έκανα στο τελευταίο Α7 πριν από κάτι αιώνες. Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται. Δεν χρειάστηκε να το πω στον οδηγό, μας χώριζε ένα άδειο παλιό τσέχικο λεωφορείο. Γεια σου Ανδρέα...
Τέλος πάντων, καλή χρονιά σε όλους. Μην ελπίζετε για παγκόσμια ειρήνη, το τελευταίο βίντεο του Σαντάμ είναι αιτία εμφυλίου. Και με έκανε να τον λυπηθώ. Και όποιος μου πει ότι ήταν δικαιοσύνη αυτό το πράγμα θα τον κράξω. Εκτός αν η καταδίκη έλεγε ότι την ώρα που τον κρεμάγανε θα είχαν έναν ωραιότατο όχλο, όπως είχαν για το κεφάλι του Κρόμγουελ μια φορά και έναν καιρό (πριν ονομάσουν καμιά δεκάδα δρόμους προς τιμήν του.)
Και δεν θα προλάβει μέσα σε 2 ώρες να τελειώσει το μακελειό στη Σομαλία.
Δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Μάλλον προσωπική υγεία και ευτυχία. Γιατί αν πάμε στο μακροσκοπικό της υπόθεσης, θα γίνω ψεύτης.
Τα λέμε του χρόνου.
Επί του παρόντος βρίσκομαι γεωγραφικά στην φημισμένη συνοικεία του Γκύζη. Το 185 μου απάντησε ότι όλα τα τελευταία δρομολόγια είναι 10 η ώρα. "Άρα, 10 η ώρα φεύγει από Σταθμό Λαρίσης." Σιωπή το 185. "Λέω, 10 η ώρα φεύγει έτσι;" Η απάντηση αφοπλιστική: "έ, πηγαίνετε λίγο νωρίτερα..."
Που να έρθει η ώρα που θα μπορείς να κάνεις αλλαγή του χρόνου στο Χ15 Σύνταγμα - Αγία Παρασκευή - Λούτσα, αγκαζέ με τον λεωφορειατζή.
Μια που το έπιασα το θέμα, μέσα σε μια βδομάδα πέτυχα οδηγό λεωφορείου και μηχανοδηγό προαστειακού να καπνίζουν εν ώρα δρομολογίου. Θεοί. Και εγώ θυμάμαι ένα τσιγάρο που έκανα στο τελευταίο Α7 πριν από κάτι αιώνες. Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται. Δεν χρειάστηκε να το πω στον οδηγό, μας χώριζε ένα άδειο παλιό τσέχικο λεωφορείο. Γεια σου Ανδρέα...
Τέλος πάντων, καλή χρονιά σε όλους. Μην ελπίζετε για παγκόσμια ειρήνη, το τελευταίο βίντεο του Σαντάμ είναι αιτία εμφυλίου. Και με έκανε να τον λυπηθώ. Και όποιος μου πει ότι ήταν δικαιοσύνη αυτό το πράγμα θα τον κράξω. Εκτός αν η καταδίκη έλεγε ότι την ώρα που τον κρεμάγανε θα είχαν έναν ωραιότατο όχλο, όπως είχαν για το κεφάλι του Κρόμγουελ μια φορά και έναν καιρό (πριν ονομάσουν καμιά δεκάδα δρόμους προς τιμήν του.)
Και δεν θα προλάβει μέσα σε 2 ώρες να τελειώσει το μακελειό στη Σομαλία.
Δεν ξέρω τι να ευχηθώ. Μάλλον προσωπική υγεία και ευτυχία. Γιατί αν πάμε στο μακροσκοπικό της υπόθεσης, θα γίνω ψεύτης.
Τα λέμε του χρόνου.
2/3/06
Ό,τι νά'ναι...
Το Β5 πλησιάζει στη στάση μου. Έχω ήδη απορροφηθεί από το βιβλίο που διαβάζω και κατεβαίνοντας από το λεωφορείο αποφασίζω να κάτσω στο παγκάκι της στάσης για να διαβάσω τις 10-15 σελίδες που μου έμεναν. Η ιστορία του Γιάλομ είχε να κάνει με έναν ψυχοθεραπευτή που έχει έναν πελάτη ο οποίος (αφού έκανε το φανταστικότερο one night stand της παγκόσμιας λογοτεχνίας) είδε έναν τρομερό εφιάλτη και εγκατέλειψε το αμόρε του στα κρύα του λουτρού.
Ενώ διάβαζα το βιβλίο, πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο μου αφήνοντας τις παρακείμενες καφετέριες για να πάει για ύπνο. Σε κάποια στιγμή πρόσεξα δύο ανθρώπους να με κοιτάζουν πολύ περίεργα μέσα από το τζάμι ενός Ford. Βάζουν όπισθεν, σταματούν μπροστά στη στάση και κατεβάζουν το παράθυρο.
"Αστυνομία. Τι κάνεις εκεί; Σπίτι δεν έχεις;" ρωτάει ο συνοδηγός με ένα απόλυτα απορημένο βλέμμα.
Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι διαβάζω ένα βιβλίο, ότι κοντεύω να το τελειώσω, ότι μ'αρέσει να κάνω ένα-δύο τσιγάρα στο δρόμο πριν γυρίσω σπίτι, ότι τρέχω όλη μέρα και δικαιούμαι λίγη ξεκούραση...
"Ταυτότητα έχεις πάνω σου;" ρωτάει με εμφανή περιφρόνηση για το περίεργο χόμπι μου. Άκου εκεί διάβασμα στην ύπαιθρο...
Του δίνω τη ταυτότητα. "Μοσ..." λέει για να δει αν ξέρω και το υπόλοιπο επίθετό μου. Επόμενη ερώτηση παγίδα, που γεννήθηκα. Πέρασα το μάθημα με άριστα.
"Δεν σ'αρέσει να πας στη ζέστα του σπιτιού σου; Ν'ανάψεις τη σομπίτσα σου, ν'αράξεις να διαβάσεις στο σαλόνι σου; Τέλος πάντων, να προσέχεις, συμβαίνουν περίεργα πράγματα στο δρόμο."
"Αφού μας προστατεύετε εσείς" λέω με μια βαριά δόση ειρωνίας καθώς το αυτοκίνητο χάθηκε στην κατηφόρα. Έκατσα πάλι στο παγκάκι και συνέχισα το διάβασμα. Αφού τελείωσε η ιστορία με τον ψυχοθεραπευτή (αφού έκανε και αυτός το one-night-stand του βρίσκοντας την ίδια κοπέλα) να τα βρίσκει με την κακιά Ούγγρικη γάτα του εφιάλτη και να δίνουν ραντεβού στην 9η ζωή της γάτας στην Καλιφόρνια, αποφασίζω να πάω επιτέλους σπίτι.
"Ό,τι νά'ναι" είπα από μέσα μου και άνοιξα την πόρτα. Να μπω στο σπίτι με τη ζέστα που δεν με ρωτάει κανένας τι γυρεύω εκεί 12:30 το βράδυ. Εκτός από τον εαυτό μου ίσως...
Ενώ διάβαζα το βιβλίο, πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο μου αφήνοντας τις παρακείμενες καφετέριες για να πάει για ύπνο. Σε κάποια στιγμή πρόσεξα δύο ανθρώπους να με κοιτάζουν πολύ περίεργα μέσα από το τζάμι ενός Ford. Βάζουν όπισθεν, σταματούν μπροστά στη στάση και κατεβάζουν το παράθυρο.
"Αστυνομία. Τι κάνεις εκεί; Σπίτι δεν έχεις;" ρωτάει ο συνοδηγός με ένα απόλυτα απορημένο βλέμμα.
Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι διαβάζω ένα βιβλίο, ότι κοντεύω να το τελειώσω, ότι μ'αρέσει να κάνω ένα-δύο τσιγάρα στο δρόμο πριν γυρίσω σπίτι, ότι τρέχω όλη μέρα και δικαιούμαι λίγη ξεκούραση...
"Ταυτότητα έχεις πάνω σου;" ρωτάει με εμφανή περιφρόνηση για το περίεργο χόμπι μου. Άκου εκεί διάβασμα στην ύπαιθρο...
Του δίνω τη ταυτότητα. "Μοσ..." λέει για να δει αν ξέρω και το υπόλοιπο επίθετό μου. Επόμενη ερώτηση παγίδα, που γεννήθηκα. Πέρασα το μάθημα με άριστα.
"Δεν σ'αρέσει να πας στη ζέστα του σπιτιού σου; Ν'ανάψεις τη σομπίτσα σου, ν'αράξεις να διαβάσεις στο σαλόνι σου; Τέλος πάντων, να προσέχεις, συμβαίνουν περίεργα πράγματα στο δρόμο."
"Αφού μας προστατεύετε εσείς" λέω με μια βαριά δόση ειρωνίας καθώς το αυτοκίνητο χάθηκε στην κατηφόρα. Έκατσα πάλι στο παγκάκι και συνέχισα το διάβασμα. Αφού τελείωσε η ιστορία με τον ψυχοθεραπευτή (αφού έκανε και αυτός το one-night-stand του βρίσκοντας την ίδια κοπέλα) να τα βρίσκει με την κακιά Ούγγρικη γάτα του εφιάλτη και να δίνουν ραντεβού στην 9η ζωή της γάτας στην Καλιφόρνια, αποφασίζω να πάω επιτέλους σπίτι.
"Ό,τι νά'ναι" είπα από μέσα μου και άνοιξα την πόρτα. Να μπω στο σπίτι με τη ζέστα που δεν με ρωτάει κανένας τι γυρεύω εκεί 12:30 το βράδυ. Εκτός από τον εαυτό μου ίσως...
Ο πατέρας και το νόημα της ζωής
Φτυστός ο Τζωρτζ Κλούνει στην «Εντατική» ήμουν ο άτιμος. «Πιθανό εγκεφαλικό, έχει περάσει δύο καρδιακά, πιθανόν να χτύπησε στο μπάνιο όταν το έπαθε, παραπονιόταν ότι δεν ένιωθε καλά τις τελευταίες μέρες...» Ανεβήκαμε τα σκαλιά, ξεδίπλωσαν οι τραυματιοφορείς το φορείο και καθώς έφευγαν μου είπαν ότι μόνο ένα άτομο χωράει στο ασθενοφόρο. Και δεν ήμουν εγώ αυτό.
Κλειδώνοντας το σπίτι δεν μπορούσα να αποφύγω ένα δάκρυ (ή μάλλον την υποψία ότι έκλαιγα σαν μωρό ενώ απλά βγήκε ένα δάκρυ) και έφυγα για τη στάση. Στο δρόμο σκεφτόμουν πόσο άσχετος είναι ο Γιάλομ, πόσο απέχει η εικόνα του για το θάνατο από την πραγματικότητα, πόσο δίκιο έχει η Αιρίν στο “Momma and the Meaning of Life” όταν του λέει ότι αυτά που πιστεύει τα πιστεύει μόνο και μόνο επειδή δεν του έχει συμβεί τίποτα.
Στο τέρμα του δεύτερου λεωφορείου, περιμένοντας το τρίτο για να φτάσω στο νοσοκομείο, συνάντησα μια γυναίκα. Ρωτάω να μάθω ποιο λεωφορείο θα με πάει επιτέλους στον προορισμό μου. Ένιωθα ότι μου είχαν βάλει μια προθεσμία, ένα deadline που λένε και στο Κολλέγιο, την οποία δεν μπορούσα να χάσω. Μου ανέλυε το πως παίρνει τρία λεωφορεία κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά της, να καθαρίσει κάποιο ιδιωτικό νοσοκομείο στην Κηφισίας. Την άφηνα να μιλάει, κουνώντας κάθε λίγο το κεφάλι μου με συγκατάβαση, να νιώθει και εκείνη ότι την ακούω και να ξεχνάω και εγώ το χρόνο που περνούσε.
Και όντως, δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν όταν κάπνιζα το τελευταίο τσιγάρο πριν μπω στο κτίριο του νοσοκομείου. Μεγάλο, με χρωματιστές λωρίδες στο δάπεδο για να μην χάνεσαι. Δεν είχαν μία για μένα όμως και μετά από μισή ώρα ξαναβρέθηκα στο προαύλιο να καπνίζω, φυτεύοντας γόπες στο μισολιωμένο χιόνι και πετώντας κομμάτια πάγου στο καρτοτηλέφωνο για να περάσει η ώρα. Την προθεσμία δεν την είχα χάσει τελικά, αλλά δεν είχα και ιδέα για το που να πάω.
Αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά μου, αποφάσισα να βγάλω την τηλεκάρτα για να πάρω ένα τηλέφωνο. Ήταν μια από εκείνες τις φορές που - αφού έχει περάσει το χρονικό περιθώριο που θες να είσαι εντελώς μόνος σου - έχεις την ανάγκη να δεις κάποιον. Και δώσ’του γόπες στο χιόνι.
“Cry baby cry, baby - baby baby cry” και στο τηλέφωνο η μητέρα μου. Την τελευταία φορά που θυμάμαι να την είδα εκείνο το πρωινό ήταν όταν με ξύπνησε λέγοντάς μου για το εγκεφαλικό. Στην αρχή το είχα απορρίψει, είχα νομίσει πως ήταν ένας από τους συνηθισμένους εφιάλτες. Γρήγορα κατάλαβα ότι είχα ξυπνήσει. Παραδόξως. Πηγαίνω λοιπόν στα επείγοντα περιστατικά και τον αντικρίζω. Χλωμός, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, με όλο το αριστερό κομμάτι του σώματός του μουδιασμένο και ξένο προς αυτόν.
Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα έτσι. Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα σε αυτή την κατάσταση ήταν ο παππούς μου στη Σάμο. Έχασε τη γυναίκα του το 1985, μερικούς μήνες αφού γεννήθηκε το εγγόνι της, που όπως είχε πει «ας το πάρω στα χέρια μου και ας πεθάνω». Το γαϊδούρι ο εγγονός της μόνο μια φορά πήγε στο οστεοφυλάκιό της να την ευχαριστήσει. Σε κάποια φάση της ζωής του ο παππούς αποφάσισε ότι θέλει να φύγει. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα κρεβάτι, έβλεπε απέναντι την τηλεόραση και τα πορτραίτα του βασιλιά και μία μέρα έκλεισε τα μάτια του και μας άφησε.
Η εικόνα είχε μείνει στο μυαλό μου από τότε. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 12 χρονών όταν έφυγε ο παππούς. Την ημέρα που έμαθα το μοιραίο είχα μείνει στο σπίτι να ακούω τη Ρόζα του Μητροπάνου ξανά και ξανά και να φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα του παππού. Δεν μπορούσα να τον θυμηθώ περήφανο να με κυνηγάει στον κήπο του με τη μαγκούρα να μου δώσει ένα πεντοχίλιαρο ακόμα για να «φάω μια σοκολάτα» (ο Κίμων Κουλούρης θα είχε βουλιάξει το νησί αν είχε πάρει τα λόγια του παππού τοις μετρητοίς). Είχε αποτυπωθεί πλέον η εικόνα του ανήμπορου ανθρώπου στο μικρό δωμάτιο, με τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία από πάνω του, να ετοιμάζει βαλίτσες για τον Παράδεισο που πίστευε ότι του άξιζε και τον περίμενε.
Η μητέρα μου έκλαιγε γοερά, χωρίς να είναι μια απλή υποψία, στο δίπλα δωμάτιο. Είχα περιορίσει τη φωνάρα του Δημήτρη για να μην την ακούει. Είναι ασέβεια λένε να ακούς μουσική όταν έχει πεθάνει κάποιος. Όμως...
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο,
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
Τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Από κομπιούτερς και αριθμούς μου έλεγαν ότι ξέρω. Δεν είχα καταλάβει όμως γρι από τα υπόλοιπα. Ούτε κατάλαβα εκείνη την ημέρα, ούτε στην κηδεία. Τον παππού τον έβλεπα λίγο τα καλοκαίρια, του έριχνα το φταίξιμο που με φώναζε η μάνα μου Μανώλη (λες και εγώ τη φωνάζω Μέλπα όπως είχε σχεδιάσει η μακαρίτισσα η γιαγιά) και τον γνώρισα όταν ήδη ήμουν πολύ μεγάλος για να με πείσει κάποιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο τρίτος σε σειρά σημαντικότητας συγγενής μου.
Μάλλον γι’αυτό έκλαιγε και η μητέρα μου. Είκοσι χρόνια στην Αυστραλία, τον έβλεπε και την έβλεπε σε φωτογραφίες και αλληλογραφία. Ούτε καν με webcam. Φωτογραφίες απλές με το ταχυδρομείο. Ασύλληπτο για το σήμερα, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας για το χτες. Έχασε την προθεσμία. Το deadline. Και ήταν πια αργά. Ο Μανώλης ράβει τώρα κουστούμια στον Παράδεισο που του άξιζε.
«Πήγαινε αυτό το χαρτί μπροστά και φώναξε έναν τραυματιοφορέα». Ποιον έναν; Τον έναν τραυματιοφορέα που διέθετε ολόκληρο το νοσοκομείο, που ήρθε μετά από τρία τέταρτα της ώρας και πήγαινε τον πατέρα μου σαν να ήταν καρότσι με λαχανικά στη λαϊκή. Η ώρα δέκα πια, δεν θα ήταν εντελώς αγένεια να δοκιμάσω να πάρω τηλέφωνο. Το αφήνω να χτυπήσει δύο-τρεις φορές. Γαϊδουριά τώρα να την ξυπνάω. Πάω στην κλινική, τον βλέπω λίγο να επεξεργάζεται τον χώρο. Να αναρωτιέται που είναι, γιατί δεν νιώθει το χέρι του, τι έπαθε...
Δεν πολυκαταλάβαινα και εγώ τι σκεφτόμουν. Καθόμουν στην καρέκλα και παρατηρούσα και εγώ τα ίδια πράγματα με εκείνον. Φάρμακα, οροί, μάσκες οξυγόνου... Κάθε τι εκεί μέσα η ανανέωση της σύμβασης με τη ζωή, μια μικρή ή μεγάλη παράταση, μια ακόμα ευκαιρία να μην ξανακάνεις τα ίδια λάθη. Ένας ασιάτης γιατρός στο Περθ του είχε πει «κόψε το κάπνισμα και θα ζήσεις». Τώρα που θα το ακούσει για δεύτερη φορά, ελπίζω να το πιστέψει.
Έπιασα πάλι το βιβλίο του Γιάλομ. Διαβάζω τη θεωρία του για την ψυχοθεραπευτική ικανότητα του να φέρνεις τον ασθενή που υποφέρει από τον χαμό ενός δικού του ανθρώπου αντιμέτωπο με τον δικό του θάνατο και το πως αφήνει πίσω τον θρήνο και κοιτάει για το πως θα αξιοποιήσει καλύτερα τη δική του ζωή.
Πριν από μερικές εβδομάδες είχα παρατηρήσει με έναν καλό φίλο ότι ήδη έχει φύγει το ένα πέμπτο της ζωής μας, αν ευτυχήσουμε να ζήσουμε όσο λένε τα στατιστικά ότι ζει ένας Έλληνας. Θυμήθηκα εκείνη τη σκέψη βλέποντας να εισάγουν στην κλινική ένα παιδί γύρω στα 6-7 χρονών. Θυμήθηκα επίσης τόσο κόσμο που ξέρω και περνά τις ημέρες τους αναβάλλοντας υποχρεώσεις και σημαντικές δουλειές για το κυλιόμενο «αύριο», πόσο κόσμο που έχω ακούσει ότι η ζωή τους τελείωσε σε κάποια στροφή της παραλιακής επειδή κάποιος (ή οι ίδιοι) έκανε ένα λάθος και κάποιους άλλους που ζουν τη ζωή τους απλά για να τη ζήσουν: 9-3 δουλειά, 3-9 κενό (ή ακόμα χειρότερα τους συνταξιούχους που 1η και 15 μοιράζουν λεφτά στους συγγενείς που φέρνουν μαζί τους τα χαριτωμένα παιδιά τους και τις υπόλοιπες 28 μέρες έχουν παρέα τον Ανδρέα Μικρούτσικο, την Αγγελική Νικολούλη και τις φωτογραφίες των παιδιών που τρώνε τα λεφτά).
Τελικά δίκιο είχε ο Γιάλομ. Δόξα τω Θεώ δεν έχασα τον πατέρα μου, αλλά κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Και κάποιος θα με χάσει και εμένα. Μέχρι τότε όμως πρέπει να έχω καταφέρει ότι προλαβαίνω. Όχι για να με θυμούνται κάποιοι μετά, όχι για να τα βλέπω από κάπου – ψηλά, χαμηλά ή και καθόλου, δεν έχω ιδέα – αλλά γιατί όπως είπε και ο Ιρβ στην Αιρίν, μία ζωή έχουμε, δεν έχει νόημα να αφήνουμε το χρόνο να περνάει άσκοπα.Υπάρχει αυτή η καταραμένη προθεσμία που δεν υπάρχει περίπτωση να τη χάσουμε. Τελικά όλη η αλήθεια ειπώθηκε στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών σε μια φράση του δάσκαλου Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Αδράξτε τη μέρα.
ΥΓ: Η Αιρίν ξεπέρασε τον χαμό του άντρα της και βρήκε καινούργιο σύντροφο. Η ατάκα του Γιάλομ: “Don’t you die on me”.
Κλειδώνοντας το σπίτι δεν μπορούσα να αποφύγω ένα δάκρυ (ή μάλλον την υποψία ότι έκλαιγα σαν μωρό ενώ απλά βγήκε ένα δάκρυ) και έφυγα για τη στάση. Στο δρόμο σκεφτόμουν πόσο άσχετος είναι ο Γιάλομ, πόσο απέχει η εικόνα του για το θάνατο από την πραγματικότητα, πόσο δίκιο έχει η Αιρίν στο “Momma and the Meaning of Life” όταν του λέει ότι αυτά που πιστεύει τα πιστεύει μόνο και μόνο επειδή δεν του έχει συμβεί τίποτα.
Στο τέρμα του δεύτερου λεωφορείου, περιμένοντας το τρίτο για να φτάσω στο νοσοκομείο, συνάντησα μια γυναίκα. Ρωτάω να μάθω ποιο λεωφορείο θα με πάει επιτέλους στον προορισμό μου. Ένιωθα ότι μου είχαν βάλει μια προθεσμία, ένα deadline που λένε και στο Κολλέγιο, την οποία δεν μπορούσα να χάσω. Μου ανέλυε το πως παίρνει τρία λεωφορεία κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά της, να καθαρίσει κάποιο ιδιωτικό νοσοκομείο στην Κηφισίας. Την άφηνα να μιλάει, κουνώντας κάθε λίγο το κεφάλι μου με συγκατάβαση, να νιώθει και εκείνη ότι την ακούω και να ξεχνάω και εγώ το χρόνο που περνούσε.
Και όντως, δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν όταν κάπνιζα το τελευταίο τσιγάρο πριν μπω στο κτίριο του νοσοκομείου. Μεγάλο, με χρωματιστές λωρίδες στο δάπεδο για να μην χάνεσαι. Δεν είχαν μία για μένα όμως και μετά από μισή ώρα ξαναβρέθηκα στο προαύλιο να καπνίζω, φυτεύοντας γόπες στο μισολιωμένο χιόνι και πετώντας κομμάτια πάγου στο καρτοτηλέφωνο για να περάσει η ώρα. Την προθεσμία δεν την είχα χάσει τελικά, αλλά δεν είχα και ιδέα για το που να πάω.
Αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά μου, αποφάσισα να βγάλω την τηλεκάρτα για να πάρω ένα τηλέφωνο. Ήταν μια από εκείνες τις φορές που - αφού έχει περάσει το χρονικό περιθώριο που θες να είσαι εντελώς μόνος σου - έχεις την ανάγκη να δεις κάποιον. Και δώσ’του γόπες στο χιόνι.
“Cry baby cry, baby - baby baby cry” και στο τηλέφωνο η μητέρα μου. Την τελευταία φορά που θυμάμαι να την είδα εκείνο το πρωινό ήταν όταν με ξύπνησε λέγοντάς μου για το εγκεφαλικό. Στην αρχή το είχα απορρίψει, είχα νομίσει πως ήταν ένας από τους συνηθισμένους εφιάλτες. Γρήγορα κατάλαβα ότι είχα ξυπνήσει. Παραδόξως. Πηγαίνω λοιπόν στα επείγοντα περιστατικά και τον αντικρίζω. Χλωμός, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, με όλο το αριστερό κομμάτι του σώματός του μουδιασμένο και ξένο προς αυτόν.
Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα έτσι. Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα σε αυτή την κατάσταση ήταν ο παππούς μου στη Σάμο. Έχασε τη γυναίκα του το 1985, μερικούς μήνες αφού γεννήθηκε το εγγόνι της, που όπως είχε πει «ας το πάρω στα χέρια μου και ας πεθάνω». Το γαϊδούρι ο εγγονός της μόνο μια φορά πήγε στο οστεοφυλάκιό της να την ευχαριστήσει. Σε κάποια φάση της ζωής του ο παππούς αποφάσισε ότι θέλει να φύγει. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα κρεβάτι, έβλεπε απέναντι την τηλεόραση και τα πορτραίτα του βασιλιά και μία μέρα έκλεισε τα μάτια του και μας άφησε.
Η εικόνα είχε μείνει στο μυαλό μου από τότε. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 12 χρονών όταν έφυγε ο παππούς. Την ημέρα που έμαθα το μοιραίο είχα μείνει στο σπίτι να ακούω τη Ρόζα του Μητροπάνου ξανά και ξανά και να φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα του παππού. Δεν μπορούσα να τον θυμηθώ περήφανο να με κυνηγάει στον κήπο του με τη μαγκούρα να μου δώσει ένα πεντοχίλιαρο ακόμα για να «φάω μια σοκολάτα» (ο Κίμων Κουλούρης θα είχε βουλιάξει το νησί αν είχε πάρει τα λόγια του παππού τοις μετρητοίς). Είχε αποτυπωθεί πλέον η εικόνα του ανήμπορου ανθρώπου στο μικρό δωμάτιο, με τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία από πάνω του, να ετοιμάζει βαλίτσες για τον Παράδεισο που πίστευε ότι του άξιζε και τον περίμενε.
Η μητέρα μου έκλαιγε γοερά, χωρίς να είναι μια απλή υποψία, στο δίπλα δωμάτιο. Είχα περιορίσει τη φωνάρα του Δημήτρη για να μην την ακούει. Είναι ασέβεια λένε να ακούς μουσική όταν έχει πεθάνει κάποιος. Όμως...
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο,
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
Τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Από κομπιούτερς και αριθμούς μου έλεγαν ότι ξέρω. Δεν είχα καταλάβει όμως γρι από τα υπόλοιπα. Ούτε κατάλαβα εκείνη την ημέρα, ούτε στην κηδεία. Τον παππού τον έβλεπα λίγο τα καλοκαίρια, του έριχνα το φταίξιμο που με φώναζε η μάνα μου Μανώλη (λες και εγώ τη φωνάζω Μέλπα όπως είχε σχεδιάσει η μακαρίτισσα η γιαγιά) και τον γνώρισα όταν ήδη ήμουν πολύ μεγάλος για να με πείσει κάποιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο τρίτος σε σειρά σημαντικότητας συγγενής μου.
Μάλλον γι’αυτό έκλαιγε και η μητέρα μου. Είκοσι χρόνια στην Αυστραλία, τον έβλεπε και την έβλεπε σε φωτογραφίες και αλληλογραφία. Ούτε καν με webcam. Φωτογραφίες απλές με το ταχυδρομείο. Ασύλληπτο για το σήμερα, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας για το χτες. Έχασε την προθεσμία. Το deadline. Και ήταν πια αργά. Ο Μανώλης ράβει τώρα κουστούμια στον Παράδεισο που του άξιζε.
«Πήγαινε αυτό το χαρτί μπροστά και φώναξε έναν τραυματιοφορέα». Ποιον έναν; Τον έναν τραυματιοφορέα που διέθετε ολόκληρο το νοσοκομείο, που ήρθε μετά από τρία τέταρτα της ώρας και πήγαινε τον πατέρα μου σαν να ήταν καρότσι με λαχανικά στη λαϊκή. Η ώρα δέκα πια, δεν θα ήταν εντελώς αγένεια να δοκιμάσω να πάρω τηλέφωνο. Το αφήνω να χτυπήσει δύο-τρεις φορές. Γαϊδουριά τώρα να την ξυπνάω. Πάω στην κλινική, τον βλέπω λίγο να επεξεργάζεται τον χώρο. Να αναρωτιέται που είναι, γιατί δεν νιώθει το χέρι του, τι έπαθε...
Δεν πολυκαταλάβαινα και εγώ τι σκεφτόμουν. Καθόμουν στην καρέκλα και παρατηρούσα και εγώ τα ίδια πράγματα με εκείνον. Φάρμακα, οροί, μάσκες οξυγόνου... Κάθε τι εκεί μέσα η ανανέωση της σύμβασης με τη ζωή, μια μικρή ή μεγάλη παράταση, μια ακόμα ευκαιρία να μην ξανακάνεις τα ίδια λάθη. Ένας ασιάτης γιατρός στο Περθ του είχε πει «κόψε το κάπνισμα και θα ζήσεις». Τώρα που θα το ακούσει για δεύτερη φορά, ελπίζω να το πιστέψει.
Έπιασα πάλι το βιβλίο του Γιάλομ. Διαβάζω τη θεωρία του για την ψυχοθεραπευτική ικανότητα του να φέρνεις τον ασθενή που υποφέρει από τον χαμό ενός δικού του ανθρώπου αντιμέτωπο με τον δικό του θάνατο και το πως αφήνει πίσω τον θρήνο και κοιτάει για το πως θα αξιοποιήσει καλύτερα τη δική του ζωή.
Πριν από μερικές εβδομάδες είχα παρατηρήσει με έναν καλό φίλο ότι ήδη έχει φύγει το ένα πέμπτο της ζωής μας, αν ευτυχήσουμε να ζήσουμε όσο λένε τα στατιστικά ότι ζει ένας Έλληνας. Θυμήθηκα εκείνη τη σκέψη βλέποντας να εισάγουν στην κλινική ένα παιδί γύρω στα 6-7 χρονών. Θυμήθηκα επίσης τόσο κόσμο που ξέρω και περνά τις ημέρες τους αναβάλλοντας υποχρεώσεις και σημαντικές δουλειές για το κυλιόμενο «αύριο», πόσο κόσμο που έχω ακούσει ότι η ζωή τους τελείωσε σε κάποια στροφή της παραλιακής επειδή κάποιος (ή οι ίδιοι) έκανε ένα λάθος και κάποιους άλλους που ζουν τη ζωή τους απλά για να τη ζήσουν: 9-3 δουλειά, 3-9 κενό (ή ακόμα χειρότερα τους συνταξιούχους που 1η και 15 μοιράζουν λεφτά στους συγγενείς που φέρνουν μαζί τους τα χαριτωμένα παιδιά τους και τις υπόλοιπες 28 μέρες έχουν παρέα τον Ανδρέα Μικρούτσικο, την Αγγελική Νικολούλη και τις φωτογραφίες των παιδιών που τρώνε τα λεφτά).
Τελικά δίκιο είχε ο Γιάλομ. Δόξα τω Θεώ δεν έχασα τον πατέρα μου, αλλά κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Και κάποιος θα με χάσει και εμένα. Μέχρι τότε όμως πρέπει να έχω καταφέρει ότι προλαβαίνω. Όχι για να με θυμούνται κάποιοι μετά, όχι για να τα βλέπω από κάπου – ψηλά, χαμηλά ή και καθόλου, δεν έχω ιδέα – αλλά γιατί όπως είπε και ο Ιρβ στην Αιρίν, μία ζωή έχουμε, δεν έχει νόημα να αφήνουμε το χρόνο να περνάει άσκοπα.Υπάρχει αυτή η καταραμένη προθεσμία που δεν υπάρχει περίπτωση να τη χάσουμε. Τελικά όλη η αλήθεια ειπώθηκε στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών σε μια φράση του δάσκαλου Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Αδράξτε τη μέρα.
ΥΓ: Η Αιρίν ξεπέρασε τον χαμό του άντρα της και βρήκε καινούργιο σύντροφο. Η ατάκα του Γιάλομ: “Don’t you die on me”.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)