Τα παιχνίδια ρόλων (RPG επί το ελληνικότερον) δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι σχεδόν όσο παλιός είμαι και εγώ, τα θυμάμαι περίπου από τότε που ανακάλυπτα την χαρά παιχνιδιών που δεν μπορείς να αγοράσεις από το Jumbo. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα, ή μάλλον μια από τις πρώτες σειρές τέτοιων παιχνιδιών: το Final Fantasy.
Ένας φίλος είχε βρει το 7ο παιχνίδι της σειράς, εννοείται αντεγραμμένο από τον καλό πειρατή του εμπορικού της Αγίας, και το Playstation πήρε φωτιά. Χαμένα 8ωρα μπροστά από την τηλεόραση για να ανεβάσουμε επίπεδα τον χαρακτήρα μας, έναν ξανθομπάμπουρα ονόματι Cloud. Όνομα για άνθρωπο...
Στο παιχνίδι και μια κοπέλα, ξανθούλα, νόστιμη με γαλανά μάτια, ονόματι Aeris. Σε κάποια φάση, την βλέπουμε να πεθαίνει. Δώσ’του κλάμα που χάσαμε την Aeris, λες και πέθανε το καναρίνι μας – ή η ίδια μας η γκόμενα. Δώσ’του μίσος μετά να φάμε τον κακό, τον Sephiroth, τον αλήτη που μας έκαψε το χωριό. Και στο τέλος, μετά από τις άπειρες ώρες παιχνιδιού, τον τρώμε. Και το παιχνίδι τελειώνει. Και οι ζωές μας συνεχίζονται.
Μετά τα ίδια με το 8. Η κοπέλα εκεί λεγότανε Rinoa. Πιο εύηχο από το Aeris, ενώ το Playstation 2 μπορούσε να σου δώσει πιο όμορφα γραφικά – άρα και μεγαλύτερο το κόλλημα η Rinoa. Η φουκαριάρα από το σχολείο είχε καταχωρηθεί στο κινητό μου ως Rinoa – και δεν το έμαθε ποτέ, όπως και το ότι είχα το τηλέφωνό της, αλλά shit happens – και το καλύτερο είναι ότι η Rinoa δεν πέθανε ποτέ. Στο τέλος φιλιέται με τον χαρακτήρα σου (έναν άλλον φλώρο ονόματι Squall) και εσύ ένιωθες τους οργασμούς που ένιωθαν οι πασάδες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Όμως, μετά η ζωή συνεχιζόταν. Κανένας δεν σε φώναζε στο δρόμο Cloud ή Squall ή οτιδήποτε άλλο. Το κάψιμο ήταν ανάμεσα σε εσένα και την οθόνη σου, ο έρωτάς σου για τα pixels με τα ωραία μάτια ήταν μυστικός και το παιχνίδι τελείωνε όταν δεν χώραγε άλλη πλοκή στα 4 CD που χώραγαν στην κασετίνα της Squaresoft.
Κάποτε λοιπόν το RPG ήταν παιχνίδι ρόλων, υπό την έννοια ότι είχες έναν χαρακτήρα με αρχή και τέλος, με έναν μοναδικό σκοπό και εγγυημένες γύρω στις 40 ώρες παιχνιδιού.
2005 λοιπόν. Η σειρά Warcraft (παιχνίδια στρατηγικής, κάτι σαν το Age of Empires) ανακοινώνει την κυκλοφορία ενός MMORPG, σε ελεύθερη μετάφραση ενός μαζικού online παιχνιδιού ρόλων για πολλά άτομα. Πάρα πολλά: γύρω στους 2,5 εκατομμύρια ανθρώπους έχουν λογαριασμό σε αυτό το παιχνίδι. Εδώ αντιγραφή δεν παίζει: για να μπορέσεις να μπεις στο παιχνίδι πρέπει να πληρώσεις μια συνδρομή κοντά στα 13 ευρώ το μήνα.
Το σενάριο σχετικά απλό: έχεις έναν χαρακτήρα (μάγο, μαχητή, παπά, διάκο, ό,τι νά’ναι), προσπαθείς να ανεβείς επίπεδα, συμμετέχεις σε ομάδες με αρχηγούς, υπαρχηγούς και αποστολές και άλλα πολλά. Ο στόχος;
Εχμ...
Το ευφυές επιχειρηματικό σχέδιο πίσω από το MMORPG είναι ακριβώς αυτός. Δεν υπάρχει στόχος ή τέλος σε αυτά τα παιχνίδια. Όταν μπορούν όλοι πάνω-κάτω να σκοτώσουν τον «μεγάλο κακό» του παιχνιδιού, τσουπ, έρχεται μια αναβάθμιση και μια νέα δωδεκάδα κακών. Όταν κάποια ράτσα (π.χ. μάγοι) χάνει συνέχεια από μια άλλη, τσουπ, δεύτερη αναβάθμιση με αναβαθμίσεις για τους μάγους. Και το γαϊτανάκι συνεχίζεται μέχρι να βαρεθεί η Vivendi (μαμά εταιρεία) να βγάζει λεφτά. Δύσκολο.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αυτό. Περπατάς στην Αγίου Ιωάννου (την Friedrichstraβe της Αγίας Παρασκευής) και ακούς να φωνάζει ο ένας τον άλλον με κάτι ονόματα που σε κάνουν να νομίζεις ότι βρέθηκες ξαφνικά στην Ιρλανδία του 15ου αιώνα. Τα ελληνορθόδοξα ονόματα που τους έδωσαν οι γονείς τους ξεγραμμένα από καιρό. Μην σου πω ότι δεν μπαίνουν καν στον κόπο να τα μνημονεύσουν πλέον στην συνηθισμένη διαδικασία κοινωνικοποίησής τους.
Πας στο Everest και ακούς τα τραπέζια να συζητάνε για έναν τύπο ονόματι Ragnaros που έριξε κάτι “imba” (ναι, μέχρι και τα αγγλικά μπορούν να υποστούν βιασμό) boots ή pants (τελικά, γκόμενες και άντρες πάντα για ρούχα θα μιλάνε, τελεία και παύλα) και για τον μαλέφρα που ξόδεψε 800 G (όχι γραμμάρια πονηροί) για να αγοράσει ένα άλογο (όσο καλύτερο το άλογο, τόσο πιο μούρη είσαι).
Μπαίνεις σε ένα internet cafι και βλέπεις στην παράταξη ανθρώπους μπροστά στις οθόνες να πατάνε επίμονα το space να κάνουν τον χαρακτήρα τους να χοροπηδάει. Με πρόχειρους υπολογισμούς, πολλοί από αυτούς έχουν σπαταλήσει 2 ή 3 (ή και περισσότερους) μήνες από τον τελευταίο χρόνο της ζωής τους όχι σαν Κώστας (λέμε τώρα) αλλά σαν Dalaras (λέεεεμε τώρα) μέσα στο παιχνίδι. Και κάθε φορά που πήγαν να βαρεθούν, τσουπ, η αναβάθμιση που λέγαμε. Και δώσ’του συνεχώς να κυνηγάνε κάτι καινούργιο. Και η λίστα με τα αντικείμενα που μπορούν να πάρουν να μην τελειώνει ποτέ.
Ακούς και την τυχαία ιστορία του Κορεάτη/Κινέζου ... που πέθανε πάνω στο πληκτρολόγιο περιμένοντας να ξεκινήσει μια επιδρομή. Μετά για τον άλλον που σκότωσε τον κολλητό του επειδή του έπαιξε μια τσατσιά με ένα αντικείμενο. Και στο τέλος έναν σπαραγμό του τύπου «δεν κάνω τίποτα με τη ζωή μου, καίγομαι όλη μέρα, πρέπει να το κόψω».
Ένα άλλο «καλό» με αυτό το παιχνίδι είναι το ότι δεν είναι πια επιλογή σου το πότε θα παίξεις. Σου λέει ο αρχηγός σου να είσαι μέσα στις 7 η ώρα. Τι κι αν θες να δεις την κοπέλα σου, τι κι αν η μάνα σου θέλει βοήθεια στο σούπερ μάρκετ (μην τυχόν και πάρει τίποτα που δεν είναι Champion Μαρινόπουλος και πληρώσει μισό ευρώ παραπάνω,)σ ο αρχηγός είναι αρχηγός και αν δεν είσαι μέσα στις 7 μπορεί το καθίκι που έχει 300 πόντους λιγότερους από εσένα να πάρει πρώτος τα παντελόνια και να μείνεις με την πράσινη βράκα.
Και προφανώς αν δεν φύγει το 8ωρο την ημέρα τότε απλά δεν υπάρχει και κανένα νόημα να παίξεις εξ’αρχής, αφού δεν υπάρχει περίπτωση να συναγωνιστείς τον χωρίς ζωή καμένο Φινλανδό που δεν έχει ζώσα ψυχή στην ηλικία του σε ακτίνα 150 χιλιομέτρων στα χάιλαντς της Λαπωνίας και κάθεται όλη μέρα και όλη νύχτα μπροστά στον υπολογιστή του.
Πλέον αυτά τα παιχνίδια έχουν σταματήσει να είναι απλά σκότωμα χρόνου. Κάποιοι το έχουν βαφτίσει «επάγγελμα», κάποιοι όμως (οι περισσότεροι) το χρησιμοποιούν για να καλύψουν τα προφανή τους κοινωνικά κενά. Γυναίκες και άντρες συχνάζουν στον ψεύτικο κόσμο, δημιουργώντας μια νέα ταυτότητα όπου σημασία δεν έχουν τα παραπάνω κιλά ή τα ευρώ αλλά τα G και το τι παντελόνι φοράς (κόλλημα με τα παντελόνια).
Είπα ευρώ; Ναι. Υπάρχουν και οι έξυπνοι που πουλάνε G (η χρηματική μονάδα του παιχνιδιού) σε διάφορα sites άντι σεβαστής αμοιβής. Τα 1500 G κάνουν γύρω στα 65 ευρώ σε ένα site που κοιτούσα. Άρα η ταξική ανισότητα δεν άφησε στην απ’έξω ούτε τον ιδεατό κόσμο του World of Warcraft, όποιος έχει τα λεφτά μπορεί απλά να παρακάμψει το βαρύ κάψιμο και να αποκτήσει με 2 κλικ τα λεφτά που οι άλλοι χρειάζεται να καθαρίσουν χιλιάδες τερατάκια για να τα κερδίσουν.
Αν στο τέλος βαρεθεί κάποιος από όλους αυτούς τον χαρακτήρα του, υπάρχει και η απλούστερη λύση: να τον πουλήσει σε έναν άλλον wannabe καμμένο για 300 ή 400 κτλ ευρώ. Ο Φάουστ online.
Γαμώτο, τι ωραίο που είναι το Final Fantasy σκέφτηκα. Και τότε διάβασα την ανακοίνωση για το νέο MMORPG της σειράς Final Fantasy.
Ξενέρωσα. Πάω να παίξω το ποδοσφαιράκι που διαρκεί 5 λεπτά. Κι ας με φωνάζουν Μαραντόνα στο δρόμο, δεν με χάλασε. Cheers.
ΥΓ: Όλη η αλήθεια συνοψίζεται στην υπερατάκα αστυνομικού διοικητή κάπου στην Αθήνα: «δεν γαμιέται, από το να αλητεύουν στις πλατείες, καλύτερα είναι στα νετ καφέ»
ΥΓ2: Η τελευταία γενιά που ήξερε τι είναι η αμπάριζα και το κυνηγητό πάτησε ήδη τα 20. Αν και το World of Warcraft έχει κάτι που μοιάζει με αμπάριζα. Έλεος.
21/4/06
2/3/06
Ό,τι νά'ναι...
Το Β5 πλησιάζει στη στάση μου. Έχω ήδη απορροφηθεί από το βιβλίο που διαβάζω και κατεβαίνοντας από το λεωφορείο αποφασίζω να κάτσω στο παγκάκι της στάσης για να διαβάσω τις 10-15 σελίδες που μου έμεναν. Η ιστορία του Γιάλομ είχε να κάνει με έναν ψυχοθεραπευτή που έχει έναν πελάτη ο οποίος (αφού έκανε το φανταστικότερο one night stand της παγκόσμιας λογοτεχνίας) είδε έναν τρομερό εφιάλτη και εγκατέλειψε το αμόρε του στα κρύα του λουτρού.
Ενώ διάβαζα το βιβλίο, πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο μου αφήνοντας τις παρακείμενες καφετέριες για να πάει για ύπνο. Σε κάποια στιγμή πρόσεξα δύο ανθρώπους να με κοιτάζουν πολύ περίεργα μέσα από το τζάμι ενός Ford. Βάζουν όπισθεν, σταματούν μπροστά στη στάση και κατεβάζουν το παράθυρο.
"Αστυνομία. Τι κάνεις εκεί; Σπίτι δεν έχεις;" ρωτάει ο συνοδηγός με ένα απόλυτα απορημένο βλέμμα.
Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι διαβάζω ένα βιβλίο, ότι κοντεύω να το τελειώσω, ότι μ'αρέσει να κάνω ένα-δύο τσιγάρα στο δρόμο πριν γυρίσω σπίτι, ότι τρέχω όλη μέρα και δικαιούμαι λίγη ξεκούραση...
"Ταυτότητα έχεις πάνω σου;" ρωτάει με εμφανή περιφρόνηση για το περίεργο χόμπι μου. Άκου εκεί διάβασμα στην ύπαιθρο...
Του δίνω τη ταυτότητα. "Μοσ..." λέει για να δει αν ξέρω και το υπόλοιπο επίθετό μου. Επόμενη ερώτηση παγίδα, που γεννήθηκα. Πέρασα το μάθημα με άριστα.
"Δεν σ'αρέσει να πας στη ζέστα του σπιτιού σου; Ν'ανάψεις τη σομπίτσα σου, ν'αράξεις να διαβάσεις στο σαλόνι σου; Τέλος πάντων, να προσέχεις, συμβαίνουν περίεργα πράγματα στο δρόμο."
"Αφού μας προστατεύετε εσείς" λέω με μια βαριά δόση ειρωνίας καθώς το αυτοκίνητο χάθηκε στην κατηφόρα. Έκατσα πάλι στο παγκάκι και συνέχισα το διάβασμα. Αφού τελείωσε η ιστορία με τον ψυχοθεραπευτή (αφού έκανε και αυτός το one-night-stand του βρίσκοντας την ίδια κοπέλα) να τα βρίσκει με την κακιά Ούγγρικη γάτα του εφιάλτη και να δίνουν ραντεβού στην 9η ζωή της γάτας στην Καλιφόρνια, αποφασίζω να πάω επιτέλους σπίτι.
"Ό,τι νά'ναι" είπα από μέσα μου και άνοιξα την πόρτα. Να μπω στο σπίτι με τη ζέστα που δεν με ρωτάει κανένας τι γυρεύω εκεί 12:30 το βράδυ. Εκτός από τον εαυτό μου ίσως...
Ενώ διάβαζα το βιβλίο, πολύς κόσμος κατέβαινε το δρόμο μου αφήνοντας τις παρακείμενες καφετέριες για να πάει για ύπνο. Σε κάποια στιγμή πρόσεξα δύο ανθρώπους να με κοιτάζουν πολύ περίεργα μέσα από το τζάμι ενός Ford. Βάζουν όπισθεν, σταματούν μπροστά στη στάση και κατεβάζουν το παράθυρο.
"Αστυνομία. Τι κάνεις εκεί; Σπίτι δεν έχεις;" ρωτάει ο συνοδηγός με ένα απόλυτα απορημένο βλέμμα.
Προσπαθώ να τους εξηγήσω ότι διαβάζω ένα βιβλίο, ότι κοντεύω να το τελειώσω, ότι μ'αρέσει να κάνω ένα-δύο τσιγάρα στο δρόμο πριν γυρίσω σπίτι, ότι τρέχω όλη μέρα και δικαιούμαι λίγη ξεκούραση...
"Ταυτότητα έχεις πάνω σου;" ρωτάει με εμφανή περιφρόνηση για το περίεργο χόμπι μου. Άκου εκεί διάβασμα στην ύπαιθρο...
Του δίνω τη ταυτότητα. "Μοσ..." λέει για να δει αν ξέρω και το υπόλοιπο επίθετό μου. Επόμενη ερώτηση παγίδα, που γεννήθηκα. Πέρασα το μάθημα με άριστα.
"Δεν σ'αρέσει να πας στη ζέστα του σπιτιού σου; Ν'ανάψεις τη σομπίτσα σου, ν'αράξεις να διαβάσεις στο σαλόνι σου; Τέλος πάντων, να προσέχεις, συμβαίνουν περίεργα πράγματα στο δρόμο."
"Αφού μας προστατεύετε εσείς" λέω με μια βαριά δόση ειρωνίας καθώς το αυτοκίνητο χάθηκε στην κατηφόρα. Έκατσα πάλι στο παγκάκι και συνέχισα το διάβασμα. Αφού τελείωσε η ιστορία με τον ψυχοθεραπευτή (αφού έκανε και αυτός το one-night-stand του βρίσκοντας την ίδια κοπέλα) να τα βρίσκει με την κακιά Ούγγρικη γάτα του εφιάλτη και να δίνουν ραντεβού στην 9η ζωή της γάτας στην Καλιφόρνια, αποφασίζω να πάω επιτέλους σπίτι.
"Ό,τι νά'ναι" είπα από μέσα μου και άνοιξα την πόρτα. Να μπω στο σπίτι με τη ζέστα που δεν με ρωτάει κανένας τι γυρεύω εκεί 12:30 το βράδυ. Εκτός από τον εαυτό μου ίσως...
Ο πατέρας και το νόημα της ζωής
Φτυστός ο Τζωρτζ Κλούνει στην «Εντατική» ήμουν ο άτιμος. «Πιθανό εγκεφαλικό, έχει περάσει δύο καρδιακά, πιθανόν να χτύπησε στο μπάνιο όταν το έπαθε, παραπονιόταν ότι δεν ένιωθε καλά τις τελευταίες μέρες...» Ανεβήκαμε τα σκαλιά, ξεδίπλωσαν οι τραυματιοφορείς το φορείο και καθώς έφευγαν μου είπαν ότι μόνο ένα άτομο χωράει στο ασθενοφόρο. Και δεν ήμουν εγώ αυτό.
Κλειδώνοντας το σπίτι δεν μπορούσα να αποφύγω ένα δάκρυ (ή μάλλον την υποψία ότι έκλαιγα σαν μωρό ενώ απλά βγήκε ένα δάκρυ) και έφυγα για τη στάση. Στο δρόμο σκεφτόμουν πόσο άσχετος είναι ο Γιάλομ, πόσο απέχει η εικόνα του για το θάνατο από την πραγματικότητα, πόσο δίκιο έχει η Αιρίν στο “Momma and the Meaning of Life” όταν του λέει ότι αυτά που πιστεύει τα πιστεύει μόνο και μόνο επειδή δεν του έχει συμβεί τίποτα.
Στο τέρμα του δεύτερου λεωφορείου, περιμένοντας το τρίτο για να φτάσω στο νοσοκομείο, συνάντησα μια γυναίκα. Ρωτάω να μάθω ποιο λεωφορείο θα με πάει επιτέλους στον προορισμό μου. Ένιωθα ότι μου είχαν βάλει μια προθεσμία, ένα deadline που λένε και στο Κολλέγιο, την οποία δεν μπορούσα να χάσω. Μου ανέλυε το πως παίρνει τρία λεωφορεία κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά της, να καθαρίσει κάποιο ιδιωτικό νοσοκομείο στην Κηφισίας. Την άφηνα να μιλάει, κουνώντας κάθε λίγο το κεφάλι μου με συγκατάβαση, να νιώθει και εκείνη ότι την ακούω και να ξεχνάω και εγώ το χρόνο που περνούσε.
Και όντως, δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν όταν κάπνιζα το τελευταίο τσιγάρο πριν μπω στο κτίριο του νοσοκομείου. Μεγάλο, με χρωματιστές λωρίδες στο δάπεδο για να μην χάνεσαι. Δεν είχαν μία για μένα όμως και μετά από μισή ώρα ξαναβρέθηκα στο προαύλιο να καπνίζω, φυτεύοντας γόπες στο μισολιωμένο χιόνι και πετώντας κομμάτια πάγου στο καρτοτηλέφωνο για να περάσει η ώρα. Την προθεσμία δεν την είχα χάσει τελικά, αλλά δεν είχα και ιδέα για το που να πάω.
Αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά μου, αποφάσισα να βγάλω την τηλεκάρτα για να πάρω ένα τηλέφωνο. Ήταν μια από εκείνες τις φορές που - αφού έχει περάσει το χρονικό περιθώριο που θες να είσαι εντελώς μόνος σου - έχεις την ανάγκη να δεις κάποιον. Και δώσ’του γόπες στο χιόνι.
“Cry baby cry, baby - baby baby cry” και στο τηλέφωνο η μητέρα μου. Την τελευταία φορά που θυμάμαι να την είδα εκείνο το πρωινό ήταν όταν με ξύπνησε λέγοντάς μου για το εγκεφαλικό. Στην αρχή το είχα απορρίψει, είχα νομίσει πως ήταν ένας από τους συνηθισμένους εφιάλτες. Γρήγορα κατάλαβα ότι είχα ξυπνήσει. Παραδόξως. Πηγαίνω λοιπόν στα επείγοντα περιστατικά και τον αντικρίζω. Χλωμός, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, με όλο το αριστερό κομμάτι του σώματός του μουδιασμένο και ξένο προς αυτόν.
Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα έτσι. Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα σε αυτή την κατάσταση ήταν ο παππούς μου στη Σάμο. Έχασε τη γυναίκα του το 1985, μερικούς μήνες αφού γεννήθηκε το εγγόνι της, που όπως είχε πει «ας το πάρω στα χέρια μου και ας πεθάνω». Το γαϊδούρι ο εγγονός της μόνο μια φορά πήγε στο οστεοφυλάκιό της να την ευχαριστήσει. Σε κάποια φάση της ζωής του ο παππούς αποφάσισε ότι θέλει να φύγει. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα κρεβάτι, έβλεπε απέναντι την τηλεόραση και τα πορτραίτα του βασιλιά και μία μέρα έκλεισε τα μάτια του και μας άφησε.
Η εικόνα είχε μείνει στο μυαλό μου από τότε. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 12 χρονών όταν έφυγε ο παππούς. Την ημέρα που έμαθα το μοιραίο είχα μείνει στο σπίτι να ακούω τη Ρόζα του Μητροπάνου ξανά και ξανά και να φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα του παππού. Δεν μπορούσα να τον θυμηθώ περήφανο να με κυνηγάει στον κήπο του με τη μαγκούρα να μου δώσει ένα πεντοχίλιαρο ακόμα για να «φάω μια σοκολάτα» (ο Κίμων Κουλούρης θα είχε βουλιάξει το νησί αν είχε πάρει τα λόγια του παππού τοις μετρητοίς). Είχε αποτυπωθεί πλέον η εικόνα του ανήμπορου ανθρώπου στο μικρό δωμάτιο, με τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία από πάνω του, να ετοιμάζει βαλίτσες για τον Παράδεισο που πίστευε ότι του άξιζε και τον περίμενε.
Η μητέρα μου έκλαιγε γοερά, χωρίς να είναι μια απλή υποψία, στο δίπλα δωμάτιο. Είχα περιορίσει τη φωνάρα του Δημήτρη για να μην την ακούει. Είναι ασέβεια λένε να ακούς μουσική όταν έχει πεθάνει κάποιος. Όμως...
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο,
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
Τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Από κομπιούτερς και αριθμούς μου έλεγαν ότι ξέρω. Δεν είχα καταλάβει όμως γρι από τα υπόλοιπα. Ούτε κατάλαβα εκείνη την ημέρα, ούτε στην κηδεία. Τον παππού τον έβλεπα λίγο τα καλοκαίρια, του έριχνα το φταίξιμο που με φώναζε η μάνα μου Μανώλη (λες και εγώ τη φωνάζω Μέλπα όπως είχε σχεδιάσει η μακαρίτισσα η γιαγιά) και τον γνώρισα όταν ήδη ήμουν πολύ μεγάλος για να με πείσει κάποιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο τρίτος σε σειρά σημαντικότητας συγγενής μου.
Μάλλον γι’αυτό έκλαιγε και η μητέρα μου. Είκοσι χρόνια στην Αυστραλία, τον έβλεπε και την έβλεπε σε φωτογραφίες και αλληλογραφία. Ούτε καν με webcam. Φωτογραφίες απλές με το ταχυδρομείο. Ασύλληπτο για το σήμερα, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας για το χτες. Έχασε την προθεσμία. Το deadline. Και ήταν πια αργά. Ο Μανώλης ράβει τώρα κουστούμια στον Παράδεισο που του άξιζε.
«Πήγαινε αυτό το χαρτί μπροστά και φώναξε έναν τραυματιοφορέα». Ποιον έναν; Τον έναν τραυματιοφορέα που διέθετε ολόκληρο το νοσοκομείο, που ήρθε μετά από τρία τέταρτα της ώρας και πήγαινε τον πατέρα μου σαν να ήταν καρότσι με λαχανικά στη λαϊκή. Η ώρα δέκα πια, δεν θα ήταν εντελώς αγένεια να δοκιμάσω να πάρω τηλέφωνο. Το αφήνω να χτυπήσει δύο-τρεις φορές. Γαϊδουριά τώρα να την ξυπνάω. Πάω στην κλινική, τον βλέπω λίγο να επεξεργάζεται τον χώρο. Να αναρωτιέται που είναι, γιατί δεν νιώθει το χέρι του, τι έπαθε...
Δεν πολυκαταλάβαινα και εγώ τι σκεφτόμουν. Καθόμουν στην καρέκλα και παρατηρούσα και εγώ τα ίδια πράγματα με εκείνον. Φάρμακα, οροί, μάσκες οξυγόνου... Κάθε τι εκεί μέσα η ανανέωση της σύμβασης με τη ζωή, μια μικρή ή μεγάλη παράταση, μια ακόμα ευκαιρία να μην ξανακάνεις τα ίδια λάθη. Ένας ασιάτης γιατρός στο Περθ του είχε πει «κόψε το κάπνισμα και θα ζήσεις». Τώρα που θα το ακούσει για δεύτερη φορά, ελπίζω να το πιστέψει.
Έπιασα πάλι το βιβλίο του Γιάλομ. Διαβάζω τη θεωρία του για την ψυχοθεραπευτική ικανότητα του να φέρνεις τον ασθενή που υποφέρει από τον χαμό ενός δικού του ανθρώπου αντιμέτωπο με τον δικό του θάνατο και το πως αφήνει πίσω τον θρήνο και κοιτάει για το πως θα αξιοποιήσει καλύτερα τη δική του ζωή.
Πριν από μερικές εβδομάδες είχα παρατηρήσει με έναν καλό φίλο ότι ήδη έχει φύγει το ένα πέμπτο της ζωής μας, αν ευτυχήσουμε να ζήσουμε όσο λένε τα στατιστικά ότι ζει ένας Έλληνας. Θυμήθηκα εκείνη τη σκέψη βλέποντας να εισάγουν στην κλινική ένα παιδί γύρω στα 6-7 χρονών. Θυμήθηκα επίσης τόσο κόσμο που ξέρω και περνά τις ημέρες τους αναβάλλοντας υποχρεώσεις και σημαντικές δουλειές για το κυλιόμενο «αύριο», πόσο κόσμο που έχω ακούσει ότι η ζωή τους τελείωσε σε κάποια στροφή της παραλιακής επειδή κάποιος (ή οι ίδιοι) έκανε ένα λάθος και κάποιους άλλους που ζουν τη ζωή τους απλά για να τη ζήσουν: 9-3 δουλειά, 3-9 κενό (ή ακόμα χειρότερα τους συνταξιούχους που 1η και 15 μοιράζουν λεφτά στους συγγενείς που φέρνουν μαζί τους τα χαριτωμένα παιδιά τους και τις υπόλοιπες 28 μέρες έχουν παρέα τον Ανδρέα Μικρούτσικο, την Αγγελική Νικολούλη και τις φωτογραφίες των παιδιών που τρώνε τα λεφτά).
Τελικά δίκιο είχε ο Γιάλομ. Δόξα τω Θεώ δεν έχασα τον πατέρα μου, αλλά κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Και κάποιος θα με χάσει και εμένα. Μέχρι τότε όμως πρέπει να έχω καταφέρει ότι προλαβαίνω. Όχι για να με θυμούνται κάποιοι μετά, όχι για να τα βλέπω από κάπου – ψηλά, χαμηλά ή και καθόλου, δεν έχω ιδέα – αλλά γιατί όπως είπε και ο Ιρβ στην Αιρίν, μία ζωή έχουμε, δεν έχει νόημα να αφήνουμε το χρόνο να περνάει άσκοπα.Υπάρχει αυτή η καταραμένη προθεσμία που δεν υπάρχει περίπτωση να τη χάσουμε. Τελικά όλη η αλήθεια ειπώθηκε στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών σε μια φράση του δάσκαλου Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Αδράξτε τη μέρα.
ΥΓ: Η Αιρίν ξεπέρασε τον χαμό του άντρα της και βρήκε καινούργιο σύντροφο. Η ατάκα του Γιάλομ: “Don’t you die on me”.
Κλειδώνοντας το σπίτι δεν μπορούσα να αποφύγω ένα δάκρυ (ή μάλλον την υποψία ότι έκλαιγα σαν μωρό ενώ απλά βγήκε ένα δάκρυ) και έφυγα για τη στάση. Στο δρόμο σκεφτόμουν πόσο άσχετος είναι ο Γιάλομ, πόσο απέχει η εικόνα του για το θάνατο από την πραγματικότητα, πόσο δίκιο έχει η Αιρίν στο “Momma and the Meaning of Life” όταν του λέει ότι αυτά που πιστεύει τα πιστεύει μόνο και μόνο επειδή δεν του έχει συμβεί τίποτα.
Στο τέρμα του δεύτερου λεωφορείου, περιμένοντας το τρίτο για να φτάσω στο νοσοκομείο, συνάντησα μια γυναίκα. Ρωτάω να μάθω ποιο λεωφορείο θα με πάει επιτέλους στον προορισμό μου. Ένιωθα ότι μου είχαν βάλει μια προθεσμία, ένα deadline που λένε και στο Κολλέγιο, την οποία δεν μπορούσα να χάσω. Μου ανέλυε το πως παίρνει τρία λεωφορεία κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά της, να καθαρίσει κάποιο ιδιωτικό νοσοκομείο στην Κηφισίας. Την άφηνα να μιλάει, κουνώντας κάθε λίγο το κεφάλι μου με συγκατάβαση, να νιώθει και εκείνη ότι την ακούω και να ξεχνάω και εγώ το χρόνο που περνούσε.
Και όντως, δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν όταν κάπνιζα το τελευταίο τσιγάρο πριν μπω στο κτίριο του νοσοκομείου. Μεγάλο, με χρωματιστές λωρίδες στο δάπεδο για να μην χάνεσαι. Δεν είχαν μία για μένα όμως και μετά από μισή ώρα ξαναβρέθηκα στο προαύλιο να καπνίζω, φυτεύοντας γόπες στο μισολιωμένο χιόνι και πετώντας κομμάτια πάγου στο καρτοτηλέφωνο για να περάσει η ώρα. Την προθεσμία δεν την είχα χάσει τελικά, αλλά δεν είχα και ιδέα για το που να πάω.
Αφού τελείωσαν τα πυρομαχικά μου, αποφάσισα να βγάλω την τηλεκάρτα για να πάρω ένα τηλέφωνο. Ήταν μια από εκείνες τις φορές που - αφού έχει περάσει το χρονικό περιθώριο που θες να είσαι εντελώς μόνος σου - έχεις την ανάγκη να δεις κάποιον. Και δώσ’του γόπες στο χιόνι.
“Cry baby cry, baby - baby baby cry” και στο τηλέφωνο η μητέρα μου. Την τελευταία φορά που θυμάμαι να την είδα εκείνο το πρωινό ήταν όταν με ξύπνησε λέγοντάς μου για το εγκεφαλικό. Στην αρχή το είχα απορρίψει, είχα νομίσει πως ήταν ένας από τους συνηθισμένους εφιάλτες. Γρήγορα κατάλαβα ότι είχα ξυπνήσει. Παραδόξως. Πηγαίνω λοιπόν στα επείγοντα περιστατικά και τον αντικρίζω. Χλωμός, χωρίς να μπορεί να μιλήσει, με όλο το αριστερό κομμάτι του σώματός του μουδιασμένο και ξένο προς αυτόν.
Ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα έτσι. Ο τελευταίος άνθρωπος που είδα σε αυτή την κατάσταση ήταν ο παππούς μου στη Σάμο. Έχασε τη γυναίκα του το 1985, μερικούς μήνες αφού γεννήθηκε το εγγόνι της, που όπως είχε πει «ας το πάρω στα χέρια μου και ας πεθάνω». Το γαϊδούρι ο εγγονός της μόνο μια φορά πήγε στο οστεοφυλάκιό της να την ευχαριστήσει. Σε κάποια φάση της ζωής του ο παππούς αποφάσισε ότι θέλει να φύγει. Ξάπλωσε λοιπόν σε ένα κρεβάτι, έβλεπε απέναντι την τηλεόραση και τα πορτραίτα του βασιλιά και μία μέρα έκλεισε τα μάτια του και μας άφησε.
Η εικόνα είχε μείνει στο μυαλό μου από τότε. Πρέπει να ήμουν γύρω στα 12 χρονών όταν έφυγε ο παππούς. Την ημέρα που έμαθα το μοιραίο είχα μείνει στο σπίτι να ακούω τη Ρόζα του Μητροπάνου ξανά και ξανά και να φέρνω στο μυαλό μου την εικόνα του παππού. Δεν μπορούσα να τον θυμηθώ περήφανο να με κυνηγάει στον κήπο του με τη μαγκούρα να μου δώσει ένα πεντοχίλιαρο ακόμα για να «φάω μια σοκολάτα» (ο Κίμων Κουλούρης θα είχε βουλιάξει το νησί αν είχε πάρει τα λόγια του παππού τοις μετρητοίς). Είχε αποτυπωθεί πλέον η εικόνα του ανήμπορου ανθρώπου στο μικρό δωμάτιο, με τον Κωνσταντίνο και την Άννα-Μαρία από πάνω του, να ετοιμάζει βαλίτσες για τον Παράδεισο που πίστευε ότι του άξιζε και τον περίμενε.
Η μητέρα μου έκλαιγε γοερά, χωρίς να είναι μια απλή υποψία, στο δίπλα δωμάτιο. Είχα περιορίσει τη φωνάρα του Δημήτρη για να μην την ακούει. Είναι ασέβεια λένε να ακούς μουσική όταν έχει πεθάνει κάποιος. Όμως...
Τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο,
Συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
Τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Από κομπιούτερς και αριθμούς μου έλεγαν ότι ξέρω. Δεν είχα καταλάβει όμως γρι από τα υπόλοιπα. Ούτε κατάλαβα εκείνη την ημέρα, ούτε στην κηδεία. Τον παππού τον έβλεπα λίγο τα καλοκαίρια, του έριχνα το φταίξιμο που με φώναζε η μάνα μου Μανώλη (λες και εγώ τη φωνάζω Μέλπα όπως είχε σχεδιάσει η μακαρίτισσα η γιαγιά) και τον γνώρισα όταν ήδη ήμουν πολύ μεγάλος για να με πείσει κάποιος ότι αυτός ο άνθρωπος είναι ο τρίτος σε σειρά σημαντικότητας συγγενής μου.
Μάλλον γι’αυτό έκλαιγε και η μητέρα μου. Είκοσι χρόνια στην Αυστραλία, τον έβλεπε και την έβλεπε σε φωτογραφίες και αλληλογραφία. Ούτε καν με webcam. Φωτογραφίες απλές με το ταχυδρομείο. Ασύλληπτο για το σήμερα, ο μόνος τρόπος επικοινωνίας για το χτες. Έχασε την προθεσμία. Το deadline. Και ήταν πια αργά. Ο Μανώλης ράβει τώρα κουστούμια στον Παράδεισο που του άξιζε.
«Πήγαινε αυτό το χαρτί μπροστά και φώναξε έναν τραυματιοφορέα». Ποιον έναν; Τον έναν τραυματιοφορέα που διέθετε ολόκληρο το νοσοκομείο, που ήρθε μετά από τρία τέταρτα της ώρας και πήγαινε τον πατέρα μου σαν να ήταν καρότσι με λαχανικά στη λαϊκή. Η ώρα δέκα πια, δεν θα ήταν εντελώς αγένεια να δοκιμάσω να πάρω τηλέφωνο. Το αφήνω να χτυπήσει δύο-τρεις φορές. Γαϊδουριά τώρα να την ξυπνάω. Πάω στην κλινική, τον βλέπω λίγο να επεξεργάζεται τον χώρο. Να αναρωτιέται που είναι, γιατί δεν νιώθει το χέρι του, τι έπαθε...
Δεν πολυκαταλάβαινα και εγώ τι σκεφτόμουν. Καθόμουν στην καρέκλα και παρατηρούσα και εγώ τα ίδια πράγματα με εκείνον. Φάρμακα, οροί, μάσκες οξυγόνου... Κάθε τι εκεί μέσα η ανανέωση της σύμβασης με τη ζωή, μια μικρή ή μεγάλη παράταση, μια ακόμα ευκαιρία να μην ξανακάνεις τα ίδια λάθη. Ένας ασιάτης γιατρός στο Περθ του είχε πει «κόψε το κάπνισμα και θα ζήσεις». Τώρα που θα το ακούσει για δεύτερη φορά, ελπίζω να το πιστέψει.
Έπιασα πάλι το βιβλίο του Γιάλομ. Διαβάζω τη θεωρία του για την ψυχοθεραπευτική ικανότητα του να φέρνεις τον ασθενή που υποφέρει από τον χαμό ενός δικού του ανθρώπου αντιμέτωπο με τον δικό του θάνατο και το πως αφήνει πίσω τον θρήνο και κοιτάει για το πως θα αξιοποιήσει καλύτερα τη δική του ζωή.
Πριν από μερικές εβδομάδες είχα παρατηρήσει με έναν καλό φίλο ότι ήδη έχει φύγει το ένα πέμπτο της ζωής μας, αν ευτυχήσουμε να ζήσουμε όσο λένε τα στατιστικά ότι ζει ένας Έλληνας. Θυμήθηκα εκείνη τη σκέψη βλέποντας να εισάγουν στην κλινική ένα παιδί γύρω στα 6-7 χρονών. Θυμήθηκα επίσης τόσο κόσμο που ξέρω και περνά τις ημέρες τους αναβάλλοντας υποχρεώσεις και σημαντικές δουλειές για το κυλιόμενο «αύριο», πόσο κόσμο που έχω ακούσει ότι η ζωή τους τελείωσε σε κάποια στροφή της παραλιακής επειδή κάποιος (ή οι ίδιοι) έκανε ένα λάθος και κάποιους άλλους που ζουν τη ζωή τους απλά για να τη ζήσουν: 9-3 δουλειά, 3-9 κενό (ή ακόμα χειρότερα τους συνταξιούχους που 1η και 15 μοιράζουν λεφτά στους συγγενείς που φέρνουν μαζί τους τα χαριτωμένα παιδιά τους και τις υπόλοιπες 28 μέρες έχουν παρέα τον Ανδρέα Μικρούτσικο, την Αγγελική Νικολούλη και τις φωτογραφίες των παιδιών που τρώνε τα λεφτά).
Τελικά δίκιο είχε ο Γιάλομ. Δόξα τω Θεώ δεν έχασα τον πατέρα μου, αλλά κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Και κάποιος θα με χάσει και εμένα. Μέχρι τότε όμως πρέπει να έχω καταφέρει ότι προλαβαίνω. Όχι για να με θυμούνται κάποιοι μετά, όχι για να τα βλέπω από κάπου – ψηλά, χαμηλά ή και καθόλου, δεν έχω ιδέα – αλλά γιατί όπως είπε και ο Ιρβ στην Αιρίν, μία ζωή έχουμε, δεν έχει νόημα να αφήνουμε το χρόνο να περνάει άσκοπα.Υπάρχει αυτή η καταραμένη προθεσμία που δεν υπάρχει περίπτωση να τη χάσουμε. Τελικά όλη η αλήθεια ειπώθηκε στον Κύκλο των Χαμένων Ποιητών σε μια φράση του δάσκαλου Ρόμπιν Ουίλιαμς:
Αδράξτε τη μέρα.
ΥΓ: Η Αιρίν ξεπέρασε τον χαμό του άντρα της και βρήκε καινούργιο σύντροφο. Η ατάκα του Γιάλομ: “Don’t you die on me”.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)